Εμείς μπορούμε να δώσουμε τη ζωή μας μέσα σ’ ένα Συλλαλητήριο.

Εσείς τι μπορείτε;

εις μνήμην Νίκου Καρούζου, που πέθανε πριν σχεδόν 20 χρόνια, στις 19 Σεπτεμβρίου 1990

ο κατακείμενος όρθιος

Μετά τα τελευταία γενέθλια της ζωής του, στις 17 Ιουλίου 1990, κλείνοντας τα 64 και μπαίνοντας στα 65, ο Νίκος Καρούζος έλεγε χωρίς φιλαυτία, με χαρμόσυνο πένθος: «65 χρονών πέθαναν και οι τρεις μέγιστοι άνθρωποι: ο Ηράκλειτος, ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ κι ο Καρλ Μαρξ». Αν δεν αγαπάς και τους τρεις, πώς να διαβάσεις τα ποιήματα του Καρούζου;

1. Κάποτε ρώτησαν τον Ραμπί Μεναχέμ Μέντελ του Βόρκι, τι ξεχωρίζει ένα παιδί του Αβραάμ από τους άλλους ανθρώπους. Κι αυτός απάντησε: «Τρία πράγματα του ταιριάζουν. Γονατίζει όρθιος, κραυγάζει άλαλος, χορεύει ακίνητος». Μεταφέρθηκε η χασσιδική αυτή ιστορία, πάνω από έναν αιώνα αργότερα, στο Νίκο Καρούζο. Κι ο ποιητής την ένοιωσε βαθιά. Στη ζωή του κράτησε και στη «Κρονστάνδη» του μίλησε γι΄ αυτήν ακριβώς τη στάση κι αποτυχίζω την απόγνωση κατακείμενος όρθιος.
Ο Καρούζος, ο άνθρωπος, ο ποιητής, ο επαναστάτης, είναι η Αντίφαση η φλεγόμενη που μηδέποτε κατακαίεται. Ο δρόμος του, γραφέων οδός ευθεία και σκολική μέη. Κι η Ποίησή του, η ταναντία εις ταυτόν αγαγούσα.

2. «κι αποτυχίζω την απόγνωση…» Η απόγνωση της ανθρώπινης ύπαρξης δεν χωρίζεται, για τον Καρούζο, από την οδύνη της Ιστορίας. Το έχουμε πει κι αλλού: όπως σε κάποιον πονάει το κεφάλι του ή το δόντι του, στον Καρούζο πονάει η Ιστορία. Ψηλαφά την ύπαρξη ιστορικά και την Ιστορία υπαρξιακά. Γι΄ αυτό και δεν συμβιβάζεται με την απόγνωση.

Μιλώντας με αγάπη για τον Samuel Beckett, γράφει:

«Αλλά κάπου πραγματικά γελιέται ο Beckett. Εννοώ πώς ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να διαλέξει και να μην ψοφήσει στην απόγνωση. Το παράλογο που πηγάζει απ΄ την ενότητα της ζωής και του θανάτου λείπει απ΄ τη ματεριαλιστική βίωση, όπου οι όποιοι απελπισμοί και οι όποιες απογνώσεις βιώνονται στη διάσταση της μελλοντικότητας που θα ΄βρε τους τρόπους να τις αναιρέσει» (Μεταφυσικές εντυπώσεις απ΄ τη ζωή ως το θέατρο).
Ο Καρούζος αποτυχίζει την απόγνωση, δηλαδή – όπως ο ίδιος μας έχει εξηγήσει το νεολογισμό – την οδηγεί σε αποτυχία, σε αυτοαναίρεση. Δεν την αποφεύγει, ούτε την ξορκίζει μικρόψυχα. Την δυναμιτίζει και την ανατινάζει εκ των ένδον, μ΄ όλο το τίμημα που αυτό συνεπάγεται. Ζει την χαρμολύπη της καθολικής απελευθέρωσης: ¨Μακριά σοφία για ζωή ανώτερη. Μακρά νοσταλγία του ύψους. Αξία λυτρωτική. Μακρό πένθος της ελευθερίας. Υπεράνω της ανυπόφορης θεολογίας. Ο χρόνος που γίνεται παράδεισος και όχι πανικός» (ο.π.π.)

Η βίωση του Καρούζου παραμένει «ματεριαλιστική». Για την ακρίβεια υλιστική – διαλεκτική, ή, όπως θάλεγε ο ίδιος, υλιστική – ουρανοχαρής.

3. Η σχέση του Νίκου Καρούζου με τον Διονύσιο Σολωμό είναι υπαρκτή, βαθειά, ζωντανή – και δυσφημισμένη. Διάφοροι την αναζητούν μ΄ εξωτερικές συγκρίσεις σε φαινομενικές ομοιότητες, π.χ. στο κοινό πάθος για τη γλώσσα. Άλλοι καταγίνονται με μετρήσεις ύψους, αν είναι «ισοϋψείς» ή «ανισοϋψείς» ποιητές. Σάμπως να μπορεί κανείς να μετρήσει τα γνήσια ποιητικά μεγέθη, όταν ξεφεύγουν απ΄ τα όρια της συγκυρίας, «με τη μεζούρα του εμποροράφτη» κατά την έκφραση του Τρότσκι… Η σχέση πρέπει ν΄ ανιχνευτή στην ιστορική – υλική πηγή της. Και οι δυό βάλανε στο επίκεντρο της ποιητικής τους Οδύσσειας το αίνιγμα της Ιστορίας – και φτάσανε στην οξύτερη ποιητική συνείδηση του τέλους της. Και οι δυό αναζήτησαν με πάθος τους δρόμους και τους τρόπους με τους οποίους η επανάσταση θα γίνει διαρκής, δεν θα μείνει στη μέση, θλιβερό ερείπιο.
Εδώ, όμως, βρίσκεται και η μέγιστη διαφορά τους. Ο Σολωμός ξεκίνησε τον καιρό της ανερχόμενης κι ανολοκλήρωτης δημοκρατικής αστικής επανάστασης. Ο Καρούζος συνέχισε την εποχή της ανερχόμενης κι ανολοκλήρωτης σοσιαλιστικής επανάστασης.
Όσο απομακρυνόμαστε από τα χρόνια του Σολωμού και της πρώτης επανάστασης, κι η δεύτερη χάνονταν στον ορίζοντα κολοβή και οριστικά τερματισμένη, τόσο στέρευε κι η ιστορική συνείδηση από την νεοελληνική ποίηση ή ξέπεφτε σε στείρο ιστορικισμό, δέσμιο στα εκάστοτε ιδεολογήματα της άρχουσας τάξης.

Στον αιώνα μας, αναμφίβολα ο Καβάφης έχει οξύτατη ιστορική συνείδηση, και μάλιστα συνείδηση της ιστορικής παρακμής του σύγχρονου αστικού κόσμου. Αλλά, ο Καβάφης είναι κατ΄ εξοχήν «ελληνικός» προ-μεσσιανικός: στην ποίησή του δεν υπάρχει τέλος της Ιστορίας. Ο ορφικός Σικελιανός, με τον τρόπο του, το ψηλαφά. Αλλά συχνά συγχέει τον ιστορικό με το μυθολογικό χρόνο.

Η δεύτερη επαναστατική τομή που γνωρίζει η ιστορική εξέλιξη της νεώτερης ελληνικής κοινωνίας έρχεται με την Αντίσταση και την προδομένη σοσιαλιστική επανάσταση του 1941-49. Μέσα απ΄ το χάσμα π΄ άνοιξε ο σεισμός αυτός βγήκε το άνθος της ποίησης του Καρούζου. Σ΄ αντίθεση μ΄ άλλους μεταπολεμικούς – μετεμφυλιοπολεμικούς ποιητές, ούτε κλείσθηκε, κλουβί της ιδιωτείας, ούτε έγινε «ποιητής της ήττας» σβήνοντας κάθε επαναστατική προοπτική στ΄ όνομα της ήττας της επανάστασης, ούτε, πάλι, έγινε ο τραγουδοποιός του σταλινισμού, του πρωταίτιου της ήττας. Έμεινε μέχρι τέλους κομμουνιστής και γι΄ αυτό ασυμβίβαστος αντισταλινικός.

Αναζήτησε όλα τα γιατί και τα πώς, γύρισε ξανά και ξανά στο έπος και την τραγωδία της Οκτωβριανής Επανάστασης, ανοίχτηκε προς όλα τα ρεύματα του εργατικού κινήματος, προς όλες τις επαναστατικές εμπειρίες και τους αγώνες, όλες τις περιπέτειες του ανθρώπου και του ανθρώπινου πνεύματος. Έζησε με τον Σαιν Ζύστ και τον Κουτόν, με τον Ροβεσπιέρο και τον Μακρυγιάννη, με τον Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη, με τον Ηράκλειτο και τον Κάφκα, με τον Λένιν, τον Τρότσκι, τους μπολσεβίκους, τους ναύτες της Κρονστάνδης, τον Γκουεβάρα, τον δολοφονημένο απ΄ τους φασίστες του Σαλβαντόρ αρχιεπίσκοπο Ρομέρο, τους μακρονησιώτες και τους εξόριστους της Ικαρίας, τους ταπεινούς και τους εξεγερμένους όπου γης. Ήταν οικουμενικός στην Τέχνη και στην Επανάσταση, στα βάθη της παράδοσης και στις πιό απόκρημνες κορυφές της πρωτοπορίας.

Δεν ήταν θέμα απλώς επιλογής αλλά ανάγκη: η ολοκλήρωση της επανάστασης απαιτεί και διεκδικεί την ολοκλήρωση του ανθρώπου. Η αταξική κοινωνία είναι η κοινωνία του ολικού ανθρώπου.

4. Το πάθος της Ιστορίας εξηγεί το πάθος του Καρούζου για τη γλώσσα, κι όχι το ανάποδο. Δεν ήταν ποτέ θετικιστής – φετιχιστής της γλώσσας. Ας ακούσουμε τον ίδιο τι λέει ¨»Είμαστε φτασμένοι, χωρίς αμφιβολία, σ΄ ένα όριο της Ιστορίας, όπου, περισσότερο από άλλοτε, ο άνθρωπος κλυδωνίζεται ανάμεσα στις λέξεις. Ο αγώνας, ανέκαθεν, είναι βέβαια να υποτάξει τις λέξεις, άρα να σταθεροποιήσει την αλήθεια. Μα για να κατορθώσει τούτο χρειάζεται την αδέσμευτη σκέψη, εκείνη που θα επιτρέψει να γλιτώσει απ΄ τον αδυσώπητο κλυδωνισμό ανάμεσα στις λέξεις… Όταν κατανοώ, πως ο αγώνας είναι, πάντα, να υποτάξουμε τη γλώσσα, ουσιαστικά βλέπω και συνειδηταίνω, πως ο αγώνας είναι να παρατήσουμε τις λέξεις. Αφαιρώντας απ΄ τις λέξεις την εξουσίαν απάνω μας, ελευθερώνουμε την εσώτερη γνώση απ΄ τις άπειρες ιστορικές της επενδύσεις, την καθαρίζουμε από τόσες και τόσες κληρονομιές, ώστε να μας αιφνιδιάσει σαν άγνωστος καταρράκτης, από μόνη της, εσωτερικά μπορώντας τη γυμνή της ακεραιότητα. Έτσι γνωρίζουμε ελευθερία. Και λύνουμε τους κόμπους οντολογικών περιπλοκών… Ερχόμαστε, δηλαδή, πριν απ΄ τη γλώσσα μεσ΄ απ΄ την εμπειρία της γλώσσας. Γυρισμός. Άλλωστε, ήμαστε κάποτε πριν απ΄ τη γλώσσα και νικήσαμε τη φύση κατακτώντας τη γλώσσα. Πως να διανοηθούμε ανίκητη την ίδια τη γλώσσα; Εξαπολύσαμε μια δύναμη ελευθερίας, που όμως μας υπόταξε» (Μεταφυσικές εντυπώσεις απ΄ τη ζωή ως το θέατρο). Απ΄ αυτή τη γωνιά πρέπει να ιδωθούν οι «λεκτομηχανές» του Καρούζου. Δεν φετιχοποιούν αλλά απο-φενακίζουν τις λέξεις. Μέσα από την τρικυμία του λόγου, αναδύονται τα πλάσματα του βυθού κι ακούγεται ο λόγος «ο εν τη φωνή αφώνως φθεγγόμενος» (Συμεών ο Νέος Θεολόγος). «Ερχόμαστε πριν απ΄ τη γλώσσα» και γυρίζουμε στην αφετηρία, στη Φύση, περνώντας μέσα απ΄ την εμπειρία της γλώσσας κι όλες τις ιστορικές πραγματώσεις του κοινωνικού ανθρώπου, αναιρώντας τον αλλοτριωτικό χαρακτήρα, που αυτές απέκτησαν στη διαδρομή της ταξικής κοινωνίας, διατηρώντας συνάμα και υπερβαίνοντας το πνευματικό τους κεκτημένο περιεχόμενο. Ετσι «οι δυνάμεις ελευθερίας», που γίνανε δυνάμεις καθυπόταξης, απελευθερώνονται κι απελευθερώνουν.

5. Μόνο στο δρόμο αυτό λύνεται η έσχατη απορία του πλατωνικού «Κρατύλου». Η απορία και το λογικό αδιέξοδο υπάρχουν όταν αφετηρία για την προσέγγιση της γλώσσας γίνεται η ίδια η γλώσσα, είτε παίρνεται σαν «φύσει πεφυκυία» και ταυτίζεται με το Ον είτε όταν θεωρείται «ξυνθήκη και ομολογία», τεχνητή σύμβαση σε απόλυτη διαφορά με το Ον. Το ζήτημα είναι, όχι η αφηρημένη ταυτότητα ή η αφηρημένη διαφορά, αλλά η ταυτότητα της ταυτότητας και της διαφοράς των όντων και των «ονομάτων», η ενότητα των αντιθέτων όπου το πρωταρχικό αντίθετο, η αφετηρία κι ο χώρος του γυρισμού είναι το ίδιο το Ον. {«Οντινα μεν τοίνυν τρόπον δει μανθάνειν ή ευρίσκειν τα όντα, μείζον ίσως εστίν, εγνωκέναι ή κατ΄ εμέ και σε, αγαπητόν δε και τούτο ομολογήσασθαι, ότι ουκ εξ ονομάτων αλλά πολύ μάλλον αυτά εξ αυτών και μαθητέον και ζητητέον ή εκ των ονομάτων» (Κρατύλος 430b»}. Aυτός «ο γυρισμός» στην αφετηρία, στα όντα, «πριν απ΄ τη γλώσσα μεσ΄ απ΄ την εμπειρία της γλώσσας», για τον οποίο μιλάει ο Καρούζος, έχει την αντίστροφη κατεύθυνση απ΄ την επιστροφή στο «άμεσο Είναι» που ζητά ο Χάϊντεγγερ, στην «παρ-ουσία» της αμεσότητας του Είναι». Η αρχική αμεσότητα του Είναι, στη διαλεκτική του Χέγκελ (και του Μαρξ) είναι ακόμα αφηρημένη, μονόπλευρη, φτωχή σε προσδιορισμούς. Το απόλυτο, το αληθινό, βρίσκεται στο αποτέλεσμα του όλου Γίγνεσθαι. Κι ο Καρούζος – παρά την δηλωμένη αντιπάθειά του για τον Χέγκελ – δεν ζητά την αφηρημένη αμεσότητα αλλά αυτό που ονομάζει «αρτίωση» και «Ολωση». Η δεσπόζουσα αρχή της ποίησής του και της ζωής του ήταν, σύμφωνα με τη δικιά του πάλι έκφραση, η θέληση για τη συντέλεια της Ελευθερίας.

6. Μετά τα τελευταία γενέθλια της ζωής του, στις 17 Ιουλίου 1990, κλείνοντας τα 64 και μπαίνοντας στα 65, ο Νίκος Καρούζος έλεγε χωρίς φιλαυτία, με χαρμόσυνο πένθος: «65 χρονών πέθαναν και οι τρεις μέγιστοι άνθρωποι: ο Ηράκλειτος, ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ κι ο Καρλ Μαρξ». Αν δεν αγαπάς και τους τρεις, πώς να διαβάσεις τα ποιήματα του Καρούζου;

«- Εμείς που αληθεύουμε; – Στην επανάσταση. ΑΥΤΟ ΕΙΝ΄ ΑΛΗΘΕΙΑ».

Ο Νίκος Καρούζος στη «Νεολιθική Νυχτωδία στην Κροστάνδη», ενώ στον Λέων Νταβίντοβιτς Τρότσκι αφιερώνει το παρακάτω «Λέιβα Λέιβα είμαστε ακόμα στο Μεγάλο Ποτάμι Θα βγούμε στην όχθη της Αταξικής; Εσύ πάντως έδωσες την πολύτιμη ζωή σου».
Τι να πεις και τι να γράψεις για το Νίκο Καρούζο; Που στις «Δυνατότητες Χρήσης της ομιλίας» μας διαβεβαιώνει πώς «Μόνον αυτοί που τρέφουν όνειρα απολαμβάνουν την πραγματικότητα;». Μα και μόνο το παρακάτω αρκεί για να υποκλιθούμε όταν στον «Αντισεισμικό Τάφο» διερωτάται! «Σύντροφε, θα κατεδαφίσουμε ποτέ την κοινωνική δυστυχία; Χρωστάμε την πάλη, βεβαίως. Αύριο περιμένω να συναχτούμε χαρούμενοι, για να γλιτώσουμε τη διαλεχτική της επαναστατικής αιθρίας απ΄ τις ανούσιες θεωρητικές συζητήσεις. Κάθε καλό στην οργή του λαού κι ας αναπνέουμε οράματα, είμαστε γι΄ αυτό ακριβώς οι καλύτεροι της Ιστορίας. Εργάσου τώρα στου εαυτού την εκμηδένιση κραυγάζοντας «κάτω οι μιαροί παρασημάδες» εμείς μπορούμε να δώσουμε τη ζωή μας μέσα σ΄ ένα συλλαλητήριο εσείς τι μπορείτε;».

7. Μόλις πέθανε κάποιος δίκαιος, που ήταν φίλος του Ραμπί Μπεναχέμ Μέντελ του Βόρκι, ένας Χασσίδ έκανε επίσκεψη στον ραββίνο για να του διηγηθεί τις τελευταίες στιγμές του φίλου του. «Πώς έγινε;», ρώτησε ο Ραμπί Μέντελ. «Πολύ καλά» απάντησε ο Χασσίδ, «όπως όταν περνάει κάποιος από ένα δωμάτιο στο γειτονικό δωμάτιο». «Α, όχι!»  διαμαρτυρήθηκε ο Ραμπί Μέντελ του Βόρκι «έγινε αλλιώς: όπως περνάει κάποιος από μια γωνιά σε μιαν άλλη του ίδιου δωματίου!». Ή, όπως λέει ο Νίκος Καρούζος: δεν ήρθα δεν φεύγω θα σταματήσω.

του Σάββα Μιχαήλ, Σεπτέμβριος 1990, εκδ. ΛΕΩΝ.

Για την αντιγραφή no_longer_safe

shortlink:  http://wp.me/pPn6Y-2rW

15 σκέψεις σχετικά με το “Εμείς μπορούμε να δώσουμε τη ζωή μας μέσα σ’ ένα Συλλαλητήριο.

    • you’re welcome αλλά παρεξηγείς:
      το κείμενο ήταν η νεκρολογία που διαβάστηκε στο πολιτικό μνημόσυνο του Καρούζου. Το βρήκα σε ηλεκτρονική μορφή και το ανέβασα θεωρώντας ότι έχει και αυτό κάποια ιστορική αξία.
      Εξάλλου αν το θεωρείς φλύαρο, προσπέρασε το και δώσε εσύ με δύο πινελιές την αποσταγμένη σκέψη του.

      Αφιερωμένο

      Νεολιθικὴ νυχτωδία στὴν Κρονστάνδη
      Τραυλίζοντας οἰκουμένη καθὼς
      ἡ πραγματικότητα χωλαίνει κι ὅπως
      ἀσπροφωλιάζει ἡ λευτεριὰ στὸν ἄστοργο πάγο
      περικαλιόμαστε τὴ σώτειρα τήξη.

      (Νὰ ἰδοῦμε ἂν ἡ ἄνοιξη θὰ συνδράμει τὰ ὄνειρά μας.)

      Ἕνας ναύτης: Τὸ μυαλὸ πῶς μαλακώνει στὰ Οὐράλια;
      Ἕνας ἄλλος ναύτης: Τί θέλεις νὰ πεῖς; Δὲν κατάλαβα.

      μουχλιάζει τὸ τηλέφωνο, εὐδαιμονία

      …………..

      Νοστάλγησα τὰ ὀρυχτὰ τὴν ἄφωνη
      θηλαστική μου ἱερότητα
      κι ἀνατρέχω στὸν ὕπνο ποὺ μὲ σῴζει
      εἶναι ὁ πρόχειρος θάνατος
      ἕνα κλούβιο ρολόι
      χωρὶς τὰ πρὶν καὶ χωρὶς τὰ μετὰ
      δὲν ᾖρθα δὲ φεύγω θὰ σταματήσω.

      – Ἡ ἐξουσία εἶναι τῆς Ἱστορίας ἡ εὐκοιλιότητα.
      – Στὸ χωριό μου τὴ λένε γλεντοκώλα.

      ………….

      – Φθέγγομαι τρόμο. Καὶ ἐπιτέλους τί νομίζεις πῶς εἶναι
      τὰ ἰδανικά; Εἶναι ὅπως ἀλευρώνουμε τὰ ψάρια πρὶν
      ἀπὸ τὸ τηγάνισμα.

      ………..

      Δούλα τοῦ φωτὸς πεταλούδα, φτερὰ καὶ χνούδι
      σὲ ἐξωφρένεια!
      Ὁ ἔκλυτος Δίας κρατεῖ κεραυνοὺς ἀναφαίρετους
      δίχως ἀκόμη πυροδότηση
      χορταίνοντας ὅραση βλακείας
      καθεζόμενος ὑπεράνω πάσης κοσμολογίας.
      Κ᾿ ἡ μούρη τῶν ἀλόγων τοῦ Φαέθοντα ἔναντι τοῦ
      κενοῦ με ἄφρη κοσμικῆς ὕλης.
      Ἀσθενοφόρο γρήγορα γιὰ τὸν βασιλέα Λήρ!
      Εὐωδιάζουμε ἀπὸ τρέλα.
      Δὲν πιάνουν τὰ φρένα,
      χανόμαστε στὴ διαιρετότητα τοῦ Ζήνωνα.

      …………….

      Ἡ Ἄννα (ποὺ πλησιάζει): Τί νέα ἔχουμε ἀπ᾿ τὴν πραγματικότητα;

      ……

      Νικολάι: Φοβᾶμαι, σύντροφε. Καὶ ἡ ἐπίθεση ἐπίκειται.
      Ὁ Λένιν ἔχει ἐμπλακεῖ στὴ μοῖρα.

      – Πανάκριβα ραφτικά.

      ………….

      – Οὐτοπία.
      – Μὰ ὅμως ἀναιρέσαμε τὸ δάσος.
      – Βροχὲς μανάδες … Ἄραχλε!

      Νὰ καὶ ὁ τρισάθλιος ἥλιος. Μιὰ χλεμπόνα
      στ᾿ οὐρανοῦ τὸ κατεστημένο.

      …………..

      – Μὲ σφίγγει μία ἀλήθεια, τῆς παραδίνομαι. Μὲ σφίγγει μία
      ἄλλη, κι αὐτηνῆς τῆς παραδίνομαι. Διατρέχοντας τοῦ μυαλοῦ
      τὴν ὠμότητα. Λέω αἷμα τοῦ ψύλλου κι ἀμέσως
      ὀσφραίνομαι ρούμι.

      – Παραδέρνεις. Ἀλλὰ ἐμένα τὰ μάτια μου διεκδικοῦσαν ἑνότητα
      ὀπτικῆς, ἐκκένωση τραγῳδίας. Οὐδέποτε ὑπέφερα τὶς
      ἀντιφάσεις. Ἀμφὶ καὶ ρέπω, ὄχι!

      – Χρεμετίζεις φαντασία.

      [Τὴν ἡμέρα ἐκείνη γεννήθηκα μόνος μου, δὲν εἶχα βιολογικὸ
      προηγούμενο. Σούρθηκα στὴν τρώγλη τῆς ἁπλῆς ἀριθμητικῆς.
      Ἐκεῖ διαλάμποντας ἐνωτίστηκα κόκαλα.]

      Ὑπερφίαλο φῶς ἰσχνότητα τοῦ ἔρωτα!
      Τί νᾶν τὰ λέμε. Αὐτοψυχίατρος εἶναι ὁ ποιητὴς
      μὲ καθαρὸ οἰνόπνευμα.
      Κυρίως θὰ λεγᾳ θεοσταγὴς καὶ προ-ἰοῦσα σφῆκα.
      Θὰ γαλαζώσει πάλι.

      – Μὰ εἶναι κι ὁ ἄλλος ἔρωτας, ὁ γενετήσιος.

      – Τί νὰ σοῦ κάνει αὐτός. Ἂν θέλεις, βάζει λίγα παγάκια στὴ
      μελαγχολία μου.

      …………………

      Εἴθε νὰ μὴν ὑπῆρχα
      μαβὴς ὁ χτύπος τῆς καρδιᾶς, ἀλητεία.
      Κι ἂν εἶπα τὶς προάλλες τὴ ζωὴ ἀντίρρηση τοῦ σκούληκα
      δὲν ἔπαψε νὰ φουγαρίζει μέσα μου χαώδης
      ἡ ἀπελπισία.
      Θὲς τὸ ζῷο θὲς ὁ ἅγιος τίμημα ἡ ἀπουσία.
      Κορφόνυχα μὲς στὴ φωτιὰ σὲ ταραχώδη θράκα
      χρονάκια μου καὶ χρόνια
      ἔκανα ῾γὼ τὸ μπόι μου βλαστοβολώντας ὕψος
      χωρὶς νὰ συμβουλεύομαι
      κακοὺς ὀνειροκρῖτες καὶ θολὰ μαντεῖα.
      Δὲν ἀναμέτρησα κινδύνους, ἀποτεφρώθηκα.
      Πίστεψα στὰ χρυσάνθεμα ὁρκίστηκα στὴ χλόη
      κι ὅπως ρεκάζει ἐπιστήθιος ἄνεμος ἀπὸ βροχερὰ
      συμπεράσματα
      στὰ ἐρυθρὰ χαλάσματα τοῦ ἥλιου ξαναφαίνομαι
      κι ἀνιστορῶ τὰ ρόδινα νεφρά μου.

      ………………………….

      Εἴτε στὸν ὕπνο (πὰξ) εἴτε στὴν ἐγρήγορση (κοὰξ) ὀνομάζομαι
      γοργὰ μελλοθάνατος.

      …………..

      Θρομβώδη φυλλώματα, συνεσθίομαι
      μαζὶ μὲ τ᾿ ἄνθη
      διασχίζω τοὺς γάμους τῶν θάμνων
      ἀναφλέγοντας τὸ γραφτό μου σὲ ἄναρθρους
      ὄρθρους
      κι ἀποτυχίζω τὴν ἀπόγνωση κατακείμενος
      ὄρθιος.

      …………

      Λέω συχνὰ τὰ νεφρά μου θὰ ὑπερισχύσουν.
      Ἐν τούτοις μαθητεύω πιὰ συνέχεια σὲ τρόμο
      κάθε βράδυ ξαναστοχάζω πὼς ὄχι
      δὲ θὰ ξυπνήσω
      κάθε πρωὶ ξεριζώνω φλέγματα ὑποφέροντας
      μίαν ἄγρια ναυτία ποὺ δὲν ἐξελίσσεται ὁλότελα
      κι ἀνατριχιάζω
      κάτι νύχτες μὲ ἐθελούσιο μαῦρο κάτι νύχτες
      ἀπὸ τεράστια αἱμοχαρῆ φεγγάρια
      γιὰ νὰ διαλευκάνω ἐπιτέλους τὰ ἄσπρα μου
      μαλλιὰ ὡς τὴ συντέλεια.
      Δὲ θυμᾶμαι θυμάρι ποὺ νὰ μὴν ἀνάδωσε πάντοτε
      τὴν εὐωδιά του
      μὲ ἥλιους ὀρεινοὺς ἀναφωνήματα στὴ μνημοσύνη.
      Δὲν ξέρω τί κάνει τὸ συκῶτι μου δὲν ξέρω
      τί κάνει ἡ καρδιά μου
      μαστίζομαι ἀπὸ ἔνοχη θέαση κι ἀνωφερῆ
      ἀχτημοσύνη
      χαράζω σύμφωνα καὶ ἐκφέρω φωνήεντα φρίκης.

      – Θρησκευτικὴ ὑπόθεση. Κι ὁ χρόνος τώρα δὲν εἶναι
      μαγνητοταινία τῆς αἰωνιότητας. Ἀνακρούεται ἐπιστήμη,
      κουκιὰ μετρημένα. Μὰ εἶναι ἀμπόρετο νὰ τσιμπήσει κανεὶς
      τὴ θάλασσα.
      Ἡ Ἱστορία τελικὰ συναναστρέφεται ἀγάλματα.

      ……………

      – Τί ἐστὶ λάμψη;

      – Ποιὸς ἀποφάσισε τὰ πτώματά μας;

      ——————–

      – Ξέχειλα τὰ ὁράματά μας. Ἐμπλουτισμένοι ἀθανασία.
      – Νυμφίοι τῆς ἐλπίδας ἀρουραῖοι.

      [Λάμπουμε ὅλοι στὴν Κρονστάνδη. Στὴν πιὸ περήφανη γεωγραφία]

      ………………..

      Σὲ βοερὰ μνημόσυνα βορᾶς κι ἀθῴας βαρβαρότητας
      μὲ πετεινῶν ἀθλήματα στοὺς χαμηλόκορμους οὐρανοὺς
      ὡσότου πιάσουν ἕνα γῦρο οἱ βροχάδες τὰ πρωτόνερα
      ὥσπου νὰ ἀνοίξει τῆς χυνοπωριᾶς τὸ κατουροβάρελο.
      Θά ῾τανε πέρσι.
      Ρεμβώδη νοήματα, τυραγνία τοῦ βῆχα, σκελετὸς ἀπὸ μέσα …..

      ………..

      [Βραδυάζει στὸ κείμενο.
      Ἡ κατακρήμνιση τοῦ ἀπογεύματος: ὡριμότητα.]

      – Ἂν ἕλιωνε ὁ πάγος, ἂν τοὺς προλάβαινε ἡ Ἄνοιξη …

      ……..δὲν ἔχει ὅρια ἡ εὐφράδεια τῆς Σταύρωσης
      οὔτε τὸ πορτοκαλὶ ποὺ μὲ τύφλωνε
      φωσφορίζοντας
      μὰ ἐγὼ τὴ γλῶσσα τὴν ἀποκλήρωσα
      δὲ μαζεύω ψυχοχάρτια χαζεύω τὴν ἀγριότητα
      οἱ καιόμενες πορφυρὲς δεκαετίες
      ἀπὸ ὑδρόγεια νόηση
      καὶ ἀναπηδᾷ στὴ χύτρα τοῦ πεπρωμένου
      ὁ χόχλακας.
      Φεγγάρι μου βγαλμένο μάτι ρεμβάζω σου
      τ᾿ ἀσπράδι.

      …………………

      Ἐγὼ λοιπὸν ἔκπληχτος ἀπὸ χέρι διαστέλλω γαλαξίες
      κι ἀνατείνομαι ὄνειρος
      ἀποβάλλοντας τὸ πραγματικὸ κι ἀναθυμούμενος μόλις
      ἐκείνη τὴν ἀρτηρία τοῦ ἀόρατου
      τὴν πλεξούδα τοῦ καπνοῦ σὲ ἀνώδυνο ὕψος .
      Ἐδῶ ἐπιμένουμε ὅλοι.

      – Ἄννα, τί συμβαίνει;

      – Ἄρχισε ἡ ἐπίθεση.

      – Ἄννα, ἔχε γειά, θὰ πεθάνουμε.

      – Νικολάι, σ᾿ ἀγαποῦσα ὁλόκληρη.

      – Μίαν ἄλλη φορά, θὰ ξαναγίνει, Ἄννα

      ……………………………

      διεδίδοτο δὲ ἐκάστῳ καθότι ἂν τὶς χρείαν εἶχεν –

      KRONSTADT

      http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikos_karoyzos_poems.htm#ΕΡΗΜΟΣ_ΣΑΝ_ΤΗ_ΒΡΟΧΗ

    • poia fluaria. gia ti eidous fluaria milate akrivws..

      edw gia olous sxedon tous poiites exoun graftei oloklira vivlia: gia ti zwi kai to ergo, gia tin texnotropia tous klp. ki etsi prepei.

      isa isa, polu liga kai metrimena einai avta pou anevikan sto post.

  1. Ὁ Σολωμὸς στ᾿ ὄνειρό μου
    Πῶς πέφτουμε στὴ νύχτα κι ἀπὸ τί πόθους…
    Μὲ κοφτερὴ μοναξιὰ στολισμένος ἄρχισα νὰ κοιμᾶμαι
    λευκὸς ἱδρωμένος μέσα στὴν ἀγελάδα τοῦ ὕπνου κλεισμένος
    ὁλοῦθε ἀπ᾿ τὸν ὄνειρο ποὺ κυματίζει στὰ βάθη
    κι ὁλοένα κερδίζει τὴν ὕλη πέρα της.
    Ἕνα ξημέρωμα καθάριζε τὰ μάτια μου στοὺς οὐρανοὺς
    ἄνοιγαν ὅλα τὰ παράθυρα κι ὁ Διονύσιος μαυροντυμένος
    μ᾿ ἄσπρα χειρόκτια κρατοῦσε τὸ σκουληκάκι στὴν παλάμη
    ποὺ ἔμοιαζε μὲ στουπέτσι βαμμένη πλάι του σ᾿ ὡραία παραλία
    ἔπεφταν οἱ κολυμβητὲς νὰ πιάσουν τὸ σταυρὸ τὰ Θεοφάνεια
    καὶ μακριὰ πῶς ἀκούγονταν ἀθῷα τουφέκια
    ὁ βρόντος τῆς ἀγάπης ἡ χαρὰ τῆς συμφορᾶς
    μ᾿ ὅλα τ᾿ ἄνθη σὲ γαλάζια δευτερόλεπτα
    μ᾿ ὅλες τὶς ἀχτίδες τὴν ἀγαπημένη τοῦ πεταλούδα στὸν ἱερὸ γλιτωμό της
    καὶ δράκοντες εὐωδιᾶς ἀνέβαιναν ἀπὸ κίτρινες σκάλες ὡς τὰ κοράσια
    ποὺ δὲ χάρηκαν τὸν ἔρωτα.
    Γύρω ἤτανε δάσος χιλιοπράσινο
    μὲ τὰ πουλιὰ σὰν ἀναρίθμητους καρποὺς ἀπάνω στὰ δέντρα
    μὲ τὰ πουλιὰ σὲ μεθυσμένη σύναξη γιὰ πάντα
    κ᾿ ἕνας σκύλος ἀργὰ πηγαίνοντας οὔρησε στὸ κορμὶ
    τῆς κοντινῆς ἀμυγδαλιᾶς μὲ σηκωμένο πόδι κι ἀνάμεσα
    ὁ γόος ἔσφαζε τὴ φωνὴ ποὺ τινάχτηκε ἀπὸ τρεῖς λέξεις
    οἱ ἀπαίσιες χιλιετηρίδες

    http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikos_karoyzos_poems.htm#ΕΡΗΜΟΣ_ΣΑΝ_ΤΗ_ΒΡΟΧΗ

  2. Προς NoLongerSafe…
    Ενταύθα..

    Συγχαρητήρια…!

    Εσένα δεν μπορώ να σε παρακολουθήσω ..το ομολογώ!!!
    «Μια στο καρφί και μια στο πέταλο»….

    • σας μερσώ αγαπητέ,

      αλλα γιατί σας μπερδεύω? πρώτη φορά συναντάτε τροτσκιστικό καρτουνογατί με ενδιαφέροντα στις τέχνες, τα γράμματα και το πανκ ροκ?

  3. Δεν παρεξήγησα. Και σίγουρα όχι εσένα. Με ενοχλεί η φλυαρία (το ξαναλέω), τα πολλά στομφώδη, τα ακαταλαβίστικα, τα επιτηδευμένα, τα δύστροπα εγκώμια και οι αναλύσεις. Η ποίηση είναι τέχνη δεν είναι φυσική ή μηχανολογία. Η φιλολογία αν δεν προσέξει μπορεί να κάψει τη λογοτεχνία. Και η πολιτική το κάνει συχνά αυτό.

    Διαφωνώ με την άποψη του «apatris nuxteris, oi nuxterides den exoune patrida», αλλά το σχόλιό του διατυπώνεται μεστά. Ο Σολωμός δεν είναι εθνικός ποιητής, τον έκαναν εθνικό. Οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» είναι έργο αντίστασης, ο «Πορφύρας» υμνεί τη ζωή θρηνώντας για το θάνατο ενός νέου. Ο δε Καβάφης, εκτός από το ότι τον επικαλούνται σχεδόν όλοι, νομίζω πως διασώζεται ατόφιος στα μηνύματά του. Ας μην ξεχνούμε τη διαρκή επικαιρότητα των «Βαρβάρων» του και ας παραδεχτούμε πως δύσκολα κάποιος σύγχρονος θα αποτύπωνε καλύτερα την κατάστασή μας.

    Μην το παρακάνω: Νομίζω (δεν αφορίζω) πως το καλύτερο μνημόσυνο σε έναν ποιητή είναι να αγαπάμε την ποίησή του και αν μπορούμε να δείχνουμε γόνιμα την αγάπη μας αυτή. Καταλαβαίνω ότι αυτό έκανες. Εγώ το έκανα για τον Καρούζο πριν από λίγο καιρό σε ένα ποστ μου [http://vivliothekarios.blogspot.com/2010/07/blog-post_08.html]. Κάπου εκεί λέω:
    «… Εδώ και καμιά δεκαπενταριά χρόνια κάθε Μεγάλη Παρασκευή διαβάζω (σχεδόν τελετουργικά) ένα ποίημα του Καρούζου από ένα ταλαιπωρημένο τόμο των ποιημάτων του, που λέει:
    «Φεύγω από το στόμα μου φεύγω απ’ το μυαλό μου
    δεν έχει όρια η κωμωδία της γλώσσας
    τα διάπυρα σημάδια του Δήθεν εντοιχισμένα στο στήθος
    Φεύγω απ’ τα χέρια μου φεύγω απ’ τη στύση
    διατρέχοντας ηχηρά το νευρικό μου σύστημα
    είμαι σαν άκοπο βιβλίο που πάλιωσε
    στα μαυρισμένα ράφια της θεότητας
    διαθέτω μονάχα την Άνοιξη διαθέτω τ’ αστέρια
    είμαι άλλωστε εγώ που ταρίχευσα
    μαζεύοντας όσο μπόρεσα χημικό σκοτάδι-
    την καθημερινότητα.»

    Καλημέρα

    • καλησπέρα Γιώργο.
      Το διάβασα και είδα και το πολύ καλό blog σου.
      Επέτρεψε μου όμως να επιμείνω. Άλλο το ύφος ενός blog που θέλει να πει μεστά πράγματα σε μικρό περιθώριο και άλλο ένας επικήδειος σε μια συγκέντρωση πολιτικό μνημόσυνο μνημης.

      Ως προς το περιεχόμενο, συζητήσιμο, αν και αυτό που κάνει ο Μιχαήλ είναι η προσπάθεια να μεταφέρει φιλοσοφικούς στοχασμούς που είχε μοιραστεί με τον μακαρίτη με τον οποίο άλλωστε τον συνέδεε και στενή προσωπική φιλία.
      Και μιλάμε για κείμενο πάνω στην βράση: λίγες μέρες μετά την απώλεια του Καρούζου.
      Τι πιο καλό να μεταφερθεί αυτή η εικόνα στους ΣΧΣ ως ένα σπάνιο κείμενο.

      Τέλος για το ύφος της γλώσσας, πάσο. Αλλά όπως λέω πάντα: περί ορέξεως κολοκυθόπιτα

  4. @ νυχτερίς απατρις

    ο Σολωμός όχι μόνο δεν ήταν εθνικός αλλά μίσησε το νεο ελληνικό κράτος όταν έγινε γιατί θεώρησε ότι ήταν ξευτίλα και ανολοκλήρωτη επανάσταση. Μαζί άλλωστε με τον ακόμη πιο δραστήριο Α. Κάλβο άνηκαν στους οπαδούς των εν ελλάδι «καρμπονάρων» και στην αριστερή πτέρυγα των νεων Χεγγελιανών που στα επτάνησα πολέμησαν ενάντια στην αριστοκρατία. (θυμίζω ότι ανάμεσα σε άλλους αριστεροί χεγγελιανοί εκείνη την εποχή είναι ο Μαρξ και ο Προυντόν). Ο Κάλβος έχω την εντύπωση ότι πολέμησε και στην Ιταλία μαζί με τους οπαδούς του Γκαριμπαλντισμού αργότερα.

    ο Καβάφης αν και εκφραστής της αστικής τάξης της ελληνικής παροικίας της Αιγύπτου- ή μάλλον ακριβώς για αυτό – δεν είναι εθνικός με την στενή έννοια αλλά κοσμοπολίτης. και νομίζω εκφράζει με πολύ καλό τρόπο όλα τα συνασθήματα της συντριβής αυτού του κόσμου. προσωπικά ως ποιητικό ύφος τον θεωρώ αξεπέραστο.

    τον Παλαμά ομολογώ δεν τον έχω μελετήσει για τον ίδιο λόγο που λες και εσύ. 🙂

    πάντως νομίζω ότι αδικούνται και οι τρεις ακριβώς γιατί στο σχολείο μάθαμε σαχλαμάρες για αυτούς και με άθλιο τρόπο. μας έμαθαν να τους αποστρεφόμαστε όπως και κάθε τι κλασικό χωρίς να το κρίνουμε, να το αφομοιώσουμε και να το υπερβούμε διαλεκτικά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s