Αγαπητό μου «εγώ», σε αγαπάω πολύ.

http://wp.me/pPn6Y-laoanimartists

Άρθρο: Γεώργιος Φραγκάκης
Ψυχολόγος – Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

Από το εξαιρετικό animartists

Πέρασε σχεδόν ένας ολόκληρος χρόνος από το ταξίδι που έκανα στη Γαλλία, για να περάσω από συνεντεύξεις στις Σχολές Καλών Τεχνών. Δεν κουβαλούσα πολλά πράγματα μαζί μου, μου έφτανε το βάρος που είχα μέσα μου και μια ελπίδα. Μιά τσάντα ωμοπλάτης με τα απαραίτητα, τα σχέδιά μου σε ένα μαύρο κύλινδρο τυλιγμένα, το πορτφόλιο μου εκτυπωμένο σε δυο αντίτυπα και ένα μικρό βαλιτσάκι γεμάτο πινέλα, μπογιές και μολύβια.

Οι Σχολές άνοιγαν τις πόρτες τους, για να υποδεχτούν νέους καλλιτέχνες με τις δουλειές τους. Δεν είχα πότε εκθέσει τα έργα μου σε αγνώστους, πόσο μάλλον σε έμπειρους καθηγητές που θα τα αξιολογούσαν κιόλας με μια διαφορετική, έμπειρη και ακαδημαϊκή ματιά. Αυτό ήταν σίγουρα ένα πολύ μεγάλο βήμα για ‘μένα. Διάφοροι υποψήφιοι φοιτητές, με διαφορετικά συναισθήματα ζωγραφισμένα στα πρόσωπά τους μπαινόβγαιναν στο επιβλητικό κτήριο κουβαλώντας μακέτες, γλυπτά, σχέδια και φωτογραφίες. Οι υπόλοιποι περιμέναμε στην αίθουσα αναμονής να ακούσουμε το όνομά μας και… Θεέ μου, ήμουν πάρα πολύ νευρικός.

Χιλιάδες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου, προκαλώντας ένα χάος μέσα μου. «Θα είμαι αρκετά ενδιαφέρον;» «Θα τους αρέσει η δουλειά μου;» «Θα μου δώσουν την ευκαιρία μου;». Σαν τόσες πολλές κλωστές να τύλιγαν σαν κουβάρι το μυαλό μου. Ξεφύσηξα δυνατά. Ακόμα και σήμερα, μου είναι δύσκολο να περιγράψω τι βγήκε από μέσα μου με αυτή μου την κίνηση. Το μυαλό μου, σταθερά αγκιστρωμένο στο «εγώ» μου, με έκανε υπερβολικά αδύναμο να απολαύσω τη διαδικασία και να τιμήσω τη δουλειά μου. Την κρατούσα αγχωμένος και φοβισμένος μέσα στην αγκαλιά μου, όντας φανερά δυστυχισμένος.

Το βάρος ήταν μεγάλο και ύστερα από τη τρίτη γεμάτη ανάσα μου, ακούμπησα μαλακά το πορτφόλιο δίπλα μου. Με μια μηχανική κίνηση άνοιξα τη τσάντα μου, ψάχνοντας στην ουσία μια διέξοδο να ξεχαστώ. Να ξορκίσω τις σκέψεις μου και να βρω ξανά τους ρυθμούς της καρδιάς μου. Εκείνη, σχεδόν άδεια, ξέπνοα με διαβεβαίωνε πως δεν είχε να μου προσφέρει και πολλά. Συνειδητοποίησα πως το μόνο που είχα, ήταν το βιβλίο που είχα πάρει μαζί μου για να με συνοδεύει στο ταξίδι μου, «Ο Διαμαντένιος Δρόμος»του Λάμα Όλε Νύνταλ. Αυτό το βιβλίο είναι για μένα η πιο σημαντική συντροφιά, αφού πρόκειται για μια απίστευτα καλογραμμένη ταξιδιωτική διήγηση και αποτελεί έναν καλό οδηγό για όποιον θέλει να γνωρίσει τον κόσμο και την εξέλιξη της ψυχής του μέσα από τις βασικές διδασκαλίες του βουδισμού. Ένα βιβλίο, που «διαλύει τους πάγους οποιασδήποτε αδιάφορης συνείδησης και μπορεί να τον οδηγήσει στην Αλήθεια της Αγάπης». Το έβγαλα έξω και άρχισα να ξεφυλλίζω τις σελίδες του, σελίδες καλογραμμένες που μιλούσαν για τη βαθειά ευτυχία που γεννιέται μέσα στα σπλάχνα του ανθρώπου, όταν εκείνος καταφέρνει να απολαύσει την ευτυχία που υπάρχει ολόγυρά του. Γνώριμες και πολυδιαβασμένες σελίδες, μηνύματα που φαινόταν σαν να μη με είχαν αγγίξει όμως, όπως έπρεπε. Στάθηκα σε μερικά σημεία λίγο περισσότερο απ’ ότι υπολόγιζα, εκεί που έπεφταν οι σελίδες. Στο μυαλό μου, μέχρι και σήμερα, θυμάμαι λέξεις, όπως «προσφορά», «δοτικότητα», «αποδοχή», λέξεις που ηχούσαν με τέτοιο τρόπο στη συνείδησή μου, που έμοιαζε να φρόντιζαν, με ένα μεταφυσικό τρόπο, τον πανικό μου. Λες και ημέρευαν τα κύματα μέσα μου και αφηνόμουν σε όλο και πιο ήρεμα και κρυστάλλινα νερά ανακούφισης, όσο συνειδητοποιούσα σταδιακά πόσο πιο ευγενικός θα ήμουν με τον εαυτό μου, εάν μπορούσα να απαγκιστρωθώ από το παμφάγο μου «εγώ» και να στρέψω το βλέμμα μου προς τους άλλους, προς τον κόσμο, προς στους καθρέφτες μου.

«Monsieur Fragakis s’il vous plait!», ακούστηκε η φωνή της φουριόζας γραμματέως.

Με το άκουσμα αυτό, μονομιάς, οι δείκτες του ρολογιού τρελάθηκαν. Ο χρόνος, σαν θυμωμένος ιππότης, άρχισε να καλπάζει ολόγυρά μου και να παρασέρνει στο πέρασμά του τις στιγμές, τους φόβους, τις ανησυχίες, τις εμπειρίες.

Μπήκα στην αίθουσα, κατέθεσα τη δουλειά μου και προσπάθησα να συγκεντρωθώ σε αυτή. Οι ανασφαλείς σκέψεις μου ήταν ακόμα παρούσες, όμως ήξερα πως υπήρχε και κάτι άλλο μέσα μου. Υπήρχε διάχυτη η ανάγκη μου να ικανοποιήσω τις διάφορες μικρές φωνούλες της ψυχής μου, που απεικονίζονταν και στα έργα μου. Άνοιξα το κύλινδρο και ξετύλιγα πίνακες, τους οποίους άρχισα να μου επετρέπω δειλά – δειλά να καμαρώνω. Παρέδωσα τα πορτφόλιο μου και άφησα την ψυχή μου να τους ξεναγήσει τόσο, όσο μπορούσε στις ιστορίες τους. Με έναν αλλιώτικο τρόπο, σαν να μην είχε πλέον τόση σημασία το «μετά» για ‘μένα, σαν να είχε προτεραιότητα όλη αυτή η προσωπική μου προίκα, που ανοιγόταν γι’ άλλη μια φορά μπροστά μου και για πρώτη φορά εκτίθετο. Όσο περισσότερο μου επέτρεπα να σταθώ σε αυτή, τόσο λιγότερο η φωνή του «εγώ» μου επενέβαινε και ένιωθα φανερά πιο χαλαρός.

Όσους δρόμους κι αν διένυσα από τότε, κράτησα αυτή τη συνειδητοποίηση καλά φυλαγμένη μέσα στις εμπειρίες μου. Θα ήταν ανόητο να υποστηρίξω, πως είναι μια ποιότητα που μπορώ να μου την παρέχω ανά πάσα στιγμή, όμως μπορώ να σας διαβεβαιώσω, πως τις φορές εκείνες που καταφέρνω να στρέψω το βλέμμα μου γύρω μου, να δω καινούργιες εικόνες και να αφουγκραστώ ουσιαστικά τους ανθρώπους, αισθάνομαι πάντα καλύτερα με τον εαυτό μου και σίγουρα πιο κοντά σε αυτούς. Καθε φορά δηλαδή, που μπορώ να είμαι συνειδητός και συντονισμένος με τον κόσμο γύρω μου, διαπιστώνω πως επιδιώκω μεγαλύτερη οικειότητα μαζί του. Νιώθω πιο έτοιμος να αγγίξω και να με αγγίξουν τόσο συναισθηματικά, όσο και σωματικά. Αγκαλιάζω και φιλώ περισσότερο τους άνδρες και τις γυναίκες και έχω μεγαλύτερη επίγνωση της αισθησιακής πλευράς της ζωής μου. Λες και συνειδητοποιώ εκείνες τις στιγμές, πόσο πολύ επιθυμώ τη στενή ψυχική επαφή με τους άλλους και αναγνωρίζω πόσο πολύ έχω την ανάγκη να νοιάζομαι βαθιά γι’ αυτούς και να παίρνω με τη σειρά μου, ως ανταπόδοση, την ανάλογη φροντίδα. Μπορώ πια να πω ανοιχτά αυτό που πάντα αναγνώριζα αμυδρά μέσα μου, πως η βαθιά ενασχόλησή μου με τον άνθρωπο ήταν για μένα ένας συνειδητός τρόπος να ικανοποιήσω την ανάγκη μου αυτή για οικειότητα. Και τώρα, που σιγά – σιγά αναγνωρίζω την ανθρώπινη δυσκολία μου να μη μπορώ να κοιτάω καθαρά γύρω μου, αλλά να με μονοπολεί το «εγώ» μου κάποιες φορές, μπορώ να το χαϊδεύω γλυκά, να το αγκαλιάζω και να κοιτάω μαζί του τρυφερά ολόγυρά μου! Αυτή η νέα «στάση» που ανακάλυψα είναι τόσο πλούσια, που είναι φορές που νιώθω σαν να έχω βρει μέσα μου τελείως καινούργιες δυνατότητες της ικανότητάς μου για οικειότητα. Αυτή η ικανότητα μπορεί να μου προκάλεσε πολύ πόνο και καποιές φορές να μου προκαλεί ακόμα, αλλά μου χάρισε και μου χαρίζει μεγαλύτερη χαρά.

Συνειδητοποιώ πλέον, πως κάθε φορά που αφουγκράζομαι την εσωτερική μου φωνή, καθώς εκείνη κουλουριάζεται με ασφάλεια στην ψυχή μου, είναι σαν να δημιουργείται με μιας περισσότερος χώρος που μπορεί να αγκαλιάσει νέα άτομα. Η καρδιά μου εκείνες τις φορές, σαν να προσφέρει απλόχερα καναπέδες και μεγάλες αναπαυτικές μαξιλάρες, για να βολευτούν κι εγώ αισθάνομαι πιο γλυκός απέναντι τους. Σαν να μπορώ να μοιράζομαι κάθε πτυχή του εαυτού μου σε ένα ασφαλές πλαίσιο, που είναι η ίδια μου η υπόσταση. Σαν να μου επιτρέπω να είμαι με τα οδυνηρά μου κομμάτια, τα χαρούμενα, τα τρομακτικά, τα τρελά, τα ανασφαλή, τα εγωϊστικά και τα τρυφερά μου. Μου επιτρέπω να μοιράζομαι φαντασιώσεις και όνειρα και αντίστοιχα οι φιλοξενούμενοί μου να μοιράζονται και εκείνοι σε βάθος τα δικά τους. Θεωρώ, πως αυτές οι εμπειρίες μου, όσο κρατούν κάθε φορά, μου προσφέρουν πάρα πολλά και πολύτιμα.

Βγαίνω απο τη Σχολή ανάλαφρος. Δεν έγινα δεκτός, βλέπω όμως γύρω μου τόσα καινούργια πράγματα που προσπερνούσα άτσαλα πριν. Το μάτι μου πέφτει σε μερικά πανικοβλημένα πρόσωπα, που ακόμα δεν είχαν ακούσει το όνομά τους. Ξεχωρίζω ένα και κάθομαι για μια στιγμή και το κοιτάω. Παρατηρώ πως του χαμογελώ και το ρωτώ από μέσα μου.

«Εσύ, από πού ξεκίνησες, για να έρθεις εδώ;», «Έκανες μεγαλύτερο ταξίδι απο μένα;», «Με τι όνειρα ήρθες;», «Γιατί σε κοιτάζω;», «Ποιός από τους δυό μας κοίταξε πρώτα τον άλλον;», «Βλέπω εσένα ή μήπως βλέπω εμένα;”. Δε ρώτησα τίποτα. Τον προσπέρασα αργά και κατηφόρισα το δρόμο. Για δες, είχα ένα αλλιώτικο βάρος να κρατάω. Λες και ξαφνικά τα έργα μου αναπαύονταν ανάλαφρα στα χέρια μου και το βαλιτσάκι των εμπειριών μου έχει ακόμα ένα καινούργιο, τόσο δα μικρό φαρμακάκι μέσα του για τις δύσκολες στιγμές, που θα έρθουν στη ζωή μου…


Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

Rogers, C. (1980). A way of being. Mariner Books; 1 edition.

Λάμα Όλε Νύνταλ. (2002). Ο Διαμαντένιος Δρόμος. Εκδ. Αρχέτυπο.

Πηγή: Από το εξαιρετικό animartists / 19/03/2015

Άρθρο: Γεώργιος Φραγκάκης
Ψυχολόγος – Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

*

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s