Να μάθεις να φεύγεις Ι

http://wp.me/pPn6Y-jHc

να μάθεις να φεύγεις ΙΙ

φωτο: fwto.pblogs.gr

Χαίρομαι που έχω μάθει να φεύγω. Έχω φύγει πολλές φορές. Όπου & όταν δεν τσουλάει το πράγμα, την κάνω. Η φυγή, απόδραση θα το έλεγα καλύτερα, ελαφραίνει αυτόματα την ψυχή μου (οι Ισπανοί έχουν μία ωραία λέξη, «alivia, me alivia«). Θυμάμαι το τρένο, το καράβι, το αυτοκίνητο που έβλεπα πως άφηνε πίσω του τα χιλιόμετρα, πως χάνονταν τα δέντρα & εξαϋλώνονταν απ΄την ταχύτητα -γίνονταν όλα ένα- & πόση χαρά & ανακούφιση με γέμιζε αυτό: η ψυχή μου, η καρδιά μου γέμιζε, ράγιζε, έσπαγε από την ενέργεια & την ένταση που μου προκαλούσε. Όχι, δεν θα το έλεγα ποτέ φυγομαχία, όσο αυστηρός κι αν ήθελα να είμαι με τον εαυτό μου. Μάλλον καλύτερα «ένα παράθυρο στον Κόσμο του Καινούριου», στην περιπέτεια, στο άγνωστο. Έφυγα πολλές φορές, όσο κόπο κι αν μου κόστιζε αυτό, όσα ρίσκα κι αν έπαιρνα, όσο κι αν εγκατέλειπα εκείνη τη βολή που, ωστόσο, με έκανε να λιμνάζω και να νιώθω τον αργό μου θάνατο.

Έφυγα, ακόμα κι αν χρειαζόταν να ψάξω να βρω καινούριο σπίτι, καινούριους Ανθρώπους, καινούριους Φίλους, ακόμα κι αν χρειαζόταν να πάω σ΄έναν άγνωστο τόπο & να μάθω μια νέα άγνωστη γλώσσα, μια νέα κουλτούρα, έναν άλλο τρόπο ζωής. Μέχρι να το αποφασίσω, μου κόστιζε λίγο περισσότερο χρόνο απ΄ότι υποπτευόμουν αρχικά. Όταν, όμως, το αποφάσιζα, την έκανα & δε γύριζα πίσω ξανά. Μαύρη Πέτρα. Τέλος. Και μπροστά μία Νέα Αρχή. Και ένα Χαμόγελο Θάρρους & Αισιοδοξίας. Και μια Ελπίδα & Περιέργεια μαζί, για το Νέο Άγνωστο που απλωνόταν μπροστά μου. Έφυγα και τέλος Ιουνίου. Και ήταν να ξαναφύγω αρχές Σεπτεμβρίου. Εκεί λίγο πισωγύρισα. Αναρωτιέμαι ακόμα γιατί & κατηγορώ λίγο τον εαυτό μου. Μπερδεύτηκα, μάλλον. Μπέρδεψα τα δικά μου θέλω με τον παρορμητισμό μου. Άραγε, θα βρω τρόπο να γυρίσω πίσω το Χρόνο & να διορθώσω τη δειλία μου;

Πάντα προσπαθώ να το παλεύω όσο δεν πάει άλλο, μέχρι τελικής πτώσης. Λίγες φορές δε μου βγήκε. Και ήταν, όντως, «κάθε εμπόδιο για καλό», αν και στην αρχή νευρίαζα κι απογοητευόμουν. Μετά έβλεπα, όμως, ότι με ωθούσε να δοκιμάσω κάτι καινούριο. Και βουτούσα μέσα του, να δω που θα με βγάλει. Κι όποτε βουτούσα, βουτούσα «για πάντα», με όλη μου την ψυχή, με όλο μου το πάθος,  ακόμα κι αν το έβλεπα ότι δεν θα με πήγαινε πολύ μακριά. Βουτούσα «για πάντα», όμως. Μόνο έτσι μπορούσα να αποκομίσω το μέγιστο της εμπειρίας. «Για Πάντα». Σταματούσα το Χρόνο, δεν μ΄ένοιαζε, τον αγνοούσα. Ή, απλώς, τον άφηνα να κυλάει, αδιαφορώντας για τη ροή του.

Πάντα τον αγνοώ το Χρόνο. Κάνω σα να μην τον βλέπω, ότι περνάει από δίπλα μου. Δεν θέλω να με περιορίζει. Δεν του δίνω κανένα δικαίωμα να ρυθμίζει Αυτός τη ζωή μου, όσο κι αν μου το επιβάλλει. Με την Απόδραση, τον Εξαλείφω, γιατί νιώθω σα να τον ξεκινάω πάλι από την αρχή, σα να ξεκινάω μια Νέα Ζωή. Κι έτσι, ώρες-ώρες σκέφτομαι ότι έχω ζήσει πολλές Ζωές, εκεί που ο Χώρος νικάει το Χρόνο.

Συχνά, μετά το φευγιό, όταν πήγαινα σ΄ένα νέο Χώρο, σ΄ένα νέο Τόπο, εκεί στην αρχή, όταν προσπαθούσα να βρω το Νέο Ρυθμό μου, γκρίνιαζα λίγο στον εαυτό μου & άρχιζα να ζηλεύω τη σταθερότητα των «μόνιμων κατοίκων». Ξεχνούσα, όμως, πόσο γεμάτη ενέργεια ήταν η ψυχή μου κι αυτό το διαπίστωνα, το ανακάλυπτα, όταν συνειδητοποιούσα πόση έλλειψη ενέργειας είχαν πολλοί από τους «μόνιμους» & «σταθερούς»: ώρες-ώρες μου έδειχναν πόσο πολύ είχαν βαρεθεί τα πάντα. Ενώ η αφεντιά μου, έχοντας εξαλείψει το Χρόνο, στον Νέο μου Χώρο, τα αντίκριζα όλα με τη ματιά ενός μικρού παιδιού: περιέργεια, νέες εμπειρίες, νέοι άνθρωποι, νέες συνήθειες, όλα καινούρια, δράση, αληθινή περιπέτεια.  

Αμέσως, τότε, έβαζα σκοπό της Ζωής μου να γίνω σαν κι αυτούς. Και το κατάφερνα. Και μόλις το κατάφερνα, σα να μου μιλούσε μια Μυστική Φωνή μέσα μου που μου έλεγε: «Τέλος Προορισμού· ώρα να φεύγεις». Ή, μου τα έφερνε έτσι (ποιος, άραγε;) & -εκ των πραγμάτων- αναγκαζόμουν να φύγω. Και τότε αναρωτιόμουν: «Μα πάλι να φεύγω; Γιατί να χρειάζεται να φύγω πάλι; Αφού καλά έχω αράξει εδώ». Μια Ανησυχία, όμως, μέσα μου δεν με άφηνε να ησυχάσω· όσο καλά κι αν ήμουν…

Προσπαθώ να καταλάβω πως λειτουργούσε το Ένστικτό μου σε όλα αυτά τα «πήγαινε» («έλα», δεν έπαιζε) & παρατηρώ πως δεν με πρόδωσε ποτέ. Κι αναρωτιέμαι που θα με βγάλει, μιας και ανέβαλλα το τελευταίο φευγιό. Για πόσο άραγε; Θα ξαναφύγω τελικά; Για πού;

Και με ιντριγκάρει πολύ αυτό. Γιατί πάντα ένιωθα τη ζωή μου σαν Ταινία, που αληθινά ανυπομονούσα να μάθω τη συνέχεια. Έκανα πάντα ένα βήμα πίσω, σταματούσα το Χρόνο & παρακολουθούσα να δω πως θα εξελιχτεί το Σενάριο. Συχνά το άφηνα να γράφεται και Μόνο του. Το Σενάριο. Έτσι, για να έχει και λίγο σασπένς. Αρκετές φορές με είχε καταπλήξει η συνέχεια, ειδικά όταν εξελισσόταν πέρα από τη δική μου βούληση, τις δικές μου προθέσεις ή ενδόμυχες Σκέψεις, που με κατέκλυζαν –αληθινή πλημμύρα.

Μερικές φορές, το άφηνα χύμα, να δω τι θα γίνει. Κάποιοι καλοθελητές έρχονταν και μου θύμιζαν: «ο Χρόνος περνάει». Τους αγνοούσα πλήρως· κι αυτούς κι Αυτόν. Κατέβαζα ρολά. Και διακόπτες. Έκλεινα Ερμητικά τα παντζούρια μου. «Άστον να κυλάει», έλεγα. «Σπεύδε βραδέως». 

Κι εκεί στο «χύμα» μου αποκαλύπτονταν ένα σωρό καινούρια θαυμαστά του Κόσμου. Εκεί στο «περίμενε». Και τα ρούφαγα σαν αληθινό σφουγγάρι. Εκεί στον «Μη-Χρόνο» & στον «Μη-Χώρο». Στο Μεσοδιάστημα, που η ψυχή μου ουσιαστικά δεν ανήκε ούτε στον Πριν, ούτε στο Μετά. Εκεί που ένιωθα να αιωρούμαι, μιας και ήδη είχα φύγει, αλλά δεν είχα ξεκινήσει ακόμη το Ταξίδι.

Και καθόμουν λίγο, μέχρι να φύγω. Τότε, εκείνες τις μοναδικές στιγμές, ένιωθα να παίρνω το μέγιστο του Χώρου που βρισκόμουν. Ίσως γιατί ήξερα ότι σύντομα θα έφευγα· και μου αποκαλύπτονταν τα όμορφότερά του. Κι αναρωτιόμουν: «Μα, τώρα; Και γιατί όχι τόσον καιρό που ήμουν εδώ; Τώρα που θα φύγω; Τώρα ξαφνικά ανακάλυψα όλα τα όμορφα; Είχα αφεθεί, λοιπόν, τόσο πολύ Πριν;». Είχε, όμως, ένα καλό αυτό. Εκτός του ότι ξαφνικά ανακάλυπτα εκ νέου το Χώρο, μου έμεναν κι οι καλύτερες εντυπώσεις από Αυτόν. Είχα να Θυμάμαι.

Κι όταν, πια, ένιωθα πως εκείνη η μικρή παράταση του «Μη-Χρόνου» μου είχε δώσει τα μέγιστα, τότε έφευγα ικανοποιημένος. Χωρίς σκέψεις, χωρίς τύψεις. Άδειος. Και Πολύ Γεμάτος μαζί.

Συχνά πονάει, άμα φεύγεις. Το καινούριο που ανακαλύπτεις, όμως, συνήθως, σε αποζημιώνει.

Αρκεί να έχεις τη διάθεση & να έχεις οργανώσει τη δύναμή σου να το δεχτείς & να προσαρμοστείς.

Καλό είναι να μην κοιτάς ποτέ Πίσω. Να κοιτάς μπροστά, στο Νέο Δρόμο που σου ανοίγεται. Αλλιώς, θα σε κατακλύσουν Σκέψεις, Τύψεις, άκρατοι Συναισθηματισμοί, που θα σε Μπλοκάρουν.

Τι γίνεται, όμως, όταν φεύγεις και φτάνεις σε διχάλα; Ναι, σίγουρα, έχεις τον Προορισμό σου, αλλά πάντα κάτι καινούριο σου σκάει. Βάζεις Στόχο να γυρίσεις πίσω στη διχάλα και να δεις και το άλλο που δεν ακολούθησες;  Έχει, βέβαια, πολύ ενδιαφέρον και όταν, μετά από καιρό, αυτό που δεν ακολούθησες σου ξεδιπλώνει μόνο του τα κρυμμένα μυστικά του. Κι όταν τότε λες «ευτυχώς, δεν πήγα από κει, έμεινα προσηλωμένος στον Προορισμό μου», νιώθεις μια ανακούφιση…

Είναι ωραίο να έχεις μάθει να φεύγεις. Θέλει προσπάθεια, βέβαια, και μπορεί να κοστίσει ακόμα και πολύ πόνο. Όπως και το να μάθεις να λες «Όχι». Οι Μεγάλοι δεν λένε «Όχι». Συχνά σκύβουν το κεφάλι και δέχονται τα πάντα αμίλητοι, μιας κι έτσι ορίζουν οι Κοινωνικές Συμβάσεις του Κόσμου των Μεγάλων.

Θέλει προσπάθεια μεγάλη & αρκετή μαθητεία να μάθεις να φεύγεις, αλλά και να λες «Όχι». Σειρές από στοιχήματα με τον ίδιο τον εαυτό σου: κάποια τα κερδίζεις, κάποια τα χάνεις.  Όμως, έτσι, πάντα διατηρείς το Παιδί μέσα σου. Βουτιέσαι μέσα στην Περιπέτεια, την κάνεις ΑυτοΣκοπό σου. Δεν σε νοιάζει αν θα λερώσεις τα ρούχα σου, αν θα τα σκίσεις, αν θα λαβωθεί το γόνατό σου. Με λίγη υπομονή, θα ξαναγίνει καλά. Θα πονέσει λίγο, αλλά θα ξαναγίνει καλά. Ε, και τι έγινε κι άμα μείνει ένα μικρό σημάδι; Με τα χρόνια θα ξεχαστεί και δεν θα φαίνεται, δεν θα το προσέχεις καν, σα να μην υπήρξε ποτέ. Να χάσεις, όμως, το ενδιαφέρον παιχνίδι;

Και το να μπορείς αληθινά να ζήσεις πολλές Ζωές, εκεί που ο Χώρος νικάει το Χρόνο;

*

*

*

 Δείτε επίσης:

Από Θύμα Πολεμιστής: Λέγοντας Ναι στην Ψυχή

 *

HERMANN HESSE: ΣΙΝΤΑΡΤΑ: Αναζητώ και… βρίσκω

*

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Να μάθεις να φεύγεις Ι

  1. Αν θες πραγματικά να ζεις, πέθαινε κάθε στιγμή που σε απειλεί η απελπισία, ο φόβος, ο θάνατος.Μόνος σου.

    Δεν νιώθεις πως τίποτα δεν μπορεί να σε βλάψει αν δεν το επιτρέψεις;
    Δεν νιώθεις ότι υπάρχεις αέναα, απ’ την στιγμή που συμφιλιωθείς με τους φόβους σου, απ’ τη στιγμή που πάψεις να έχεις ανάγκη της συντροφιάς τους, της δυναστείας τους;

    Μην πιάνεις κανένα μετερίζι, μη γραπώνεσαι σε καμμιά ασφάλεια, μη μάχεσαι για κανένα κάστρο.
    Το κάστρο είσαι εσύ κι όπου είσαι εσύ είναι και το κάστρο ΣΟΥ.
    Ο μόνος εχθρός, ο Εαυτός. Συνέτριψέ τον ή φίλιωσε μαζί του. Όπως και να ‘χει, εξαφάνισέ τον! Τον εχθρό…

    Γίνε Ελεύθερος, χθες!

    (αλλά κι αν δεν τα καταφέρεις, πάλι θα χωράς πάνω στη γη και κάτω από τον ήλιο … όπως όλοι μας 🙂 )

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s