Ρωτόκριτος

http://wp.me/pPn6Y-gPf

*

Ως μπήκεν ο Ρετόκριτος στη φυλακή κι αρχίζει 
να τση μιλεί και σπλαχνικά να την αναντρανίζει. 
Λέγει της: «΄Το με ‘ρώτηξες θα σου το πω και γροίκα 
πού το ‘βρηκα το χάρισμα στη φυλακή σ’ αφήκα. 

Είναι δυο μήνες σήμερο που ‘λαχα κάποια δάση, 
μες στη μεριά της Έγριπος κι εβγήκαν να με φάσι 
άγρια θεριά, εμάλωσα κι εσκότωσα απ’ εκείνα 
κι από τα χέρια μου νεκρά όλα τα πια απομείναν. 

Με κινδυνο εγλυτωσα ως ωραν επολεμου 
να γλυτωθω πο λογου τους δεν το ΄ρπιζα ποτε μου 
μα εβουθηξε το ριζικο τα αστροι με λυπηθηκαν 
και σκοτωσα και ζυγωσα κι αλαβωτο μ αφηκαν 

Δίψα μεγάλη γροίκησα στο πόλεμον εκείνο 
γυρεύοντας να βρω δροσιά εσωθη σ’ ένα πρίνο 
και παρεμπρός εφάνη μου κουτσουναράκι χτύπα, 
σιμώνω βρίσκω το νερό εις του χαρακιού την τρύπα. 

Ήπια το κι εδροσίστηκα και πέρασέ μου η δίψα, 
μα πούρι κι άλλα βάσανα ετότε δε μου λείψαν. 
Έκατσα να ξεκουραστώ σιμά στο κουτσουνάρι 
όντε γροικώ αναστεναγμό και μύσμα τ’ αρρωστάρη. 

Και βιαστικά σηκώνομαι, το ζάλο μου σπουδάζει 
να δω ποιος είναι που πονεί και βαριαναστενάζει 
και μπαινω μέσα στα κλαδια που ‘ταν κοντά εις τη βρύση, 
δια να δω και για να βρω το εκεινον απου μύσσει. 

Βρίσκω ένα νιον ωραιόπλουμο που ‘λαμπε σαν τον ήλιο 
κι εκείτουντο ολομάτωτος μπαστας εις ένα σπήλιο. 
Σγουρά ξανθά ‘χε τα μαλλιά και τα σοθέματά του 
παρ’ όλο οπού ‘τα σα νεκρός, ήδειχνε η ομορφιά του. 

Και δυο θεριά στο πλάι του ήτανε σκοτωμένα 
και το σπαθί και τ’ άρματα πολλα ΄σαν ματωμένα. 
Σιμώνω χαιρετώ τονε, λέω τ΄αδέλφι «Γεια σου. 
Ίντα ‘χεις κι απονέκρωσες, πούντη η λαβωματιά σου;» 

Τα μάτια του ‘χε σφαλιχτά, τότε τ’ αναντρανίζει 
κι εθώρειε δίχως να μιλεί και στο λαιμό του αγγίζει. 
Με το δαχτυλι δυο φορες μου δειχνει να νοησω 
που ειχε ντη λαβωματια να τον εβοηθησω 

το στηθος του ξαρματωσα και μια πληγή του βρίσκω 
δαμάκιν αποκατωθιό από τον ουρανίσκο. 
Ολιγο κι ουδε ντιβοτση τον ειχε δαγκαμενο 
Φαινεται να χε το θεριο δοντι φαρμακεμενο 

και πηρε του τη δυναμη και τη πνοη του εχασε 
και το φαρμακι περασε και μεσα τον επιασε 
Κι αγάλι αγάλια ‘χάνετο σαν το κερί όντε σβήνει, 
έκλαψα κι ελυπήθηκα πολύ την ώρα εκείνη. 

Σαν αδελφό μου καρδιακό τον έκλαιγα κι επόνου, 
μα πόνοι, κλάημα, δαρκυα, άνθρωπο δε γλυτώνου. 
Εψυχομαχε κι έλεγε να στέκω μη μισέψω, 
εθάρρειε πως τέτοια πληγή μπορούσα να γιατρέψω 

δειχνει μου το  δαχτύλι του που χε το δαχτυλίδι, 
και γνωρισα πως χαρισμα σα φιλος μου το δινει 
Τότε μια σιγανή φωνή μόνο τ’ αυτιά μου ακούσαν 
και είπανε τα χείλη του: «Σε ‘χασα Αρετούσα». 

Ετούτα είπε μοναχά και τέλειωσ’ η ζωή του 
και με πρικύ αναστεναγμό εβγήκε η ψυχή του. 
Τουτα τα χερια που θωρεις λακκο ζυμιο του σκαψαν 
και τουτα τον εσηκωσαν και τουτα τον εθαψαν 

Ως τα ΄κουσεν η Αρετη ωρα λιγακι εσταθη
αμιλητη κι ο πονος της την εκανε κι εχαθη…

*

*

Τα θλιβερά μαντάτα

Διασκευή-Ενορχήστρωση: Σταύρος Ξαρχάκος, Χριστόδουλος Χάλαρης
Δίσκος: «Νίκος Ξυλούρης, Συλλογή» (1974)

Ήκουσες Αρετούσα μου, τα θλιβερά μαντάτα;
ο Κύρης σου μ’ εξόρισε σ’ τση ξενιτιάς τη στράτα.

 

Τέσσερεις μέρες μοναχά μου ‘δωκε ν’ ανημένω,
κι αποκείς να ξενιτευτώ, πολλά μακριά να πηαίνω.

 

Και πώς να σ’ αποχωριστώ και πώς να σου μακρύνω
και πώς να ζήσω δίχως σου τον ξορισμόν εκείνο;

 

Κατέχω το κι ο Κύρης σου γλήγορα σε παντρεύγει,
Ρηγόπουλο, Αφεντόπουλο, σαν είσαι συ γυρεύγει.

 

Κι ουδέ μπορείς ν’ αντισταθείς στα θέλουν οι Γονείς σου
νικούν τηνε τη γνώμη σου κι αλλάζει η όρεξή σου.

 

Μια χάρη Αφέντρα σου ζητώ κι εκείνη θέλω μόνο
και μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω:

 

Την ώρα π’ αρραβωνιαστείς, να βαριαναστενάξεις
κι όντε σα νύφη στολιστείς, σαν παντρεμένη αλλάξεις.

 

Ν’ αναδακρυώσεις και να πεις: “Ρωτόκριτε καημένε,
τα σου ‘ταξα λησμόνησα, τα ‘θελες πλιο δεν έναι”.

 

Και κάθε μήνα μια φορά μέσα στην κάμερά σου,
λόγιασε τα ‘παθα για σε, να με πονεί η καρδιά σου.

 

Και πιάσε και τη ζωγραφιά που ‘ναι στ’ αρμάρι μέσα
και τα τραγούδια που ‘λεγα οπού πολύ σ’ αρέσα.

 

Και διάβαζέ τα, θώρειε τα κι αναθυμού κι εμένα,
πως μ’ εξορίσανε για σε πολλά μακριά εις τα ξένα.

 

Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ’ είδα ποτέ µου,
ένα κεράκι αφτούµενον εκράτουν, κ’ ήσβησέ µου.

 

Κι ας τάξω πως επιάστηκα σε μιας γυναίκας τρίχα

έσπασε η τρίχα κι έχασα εις τον κόσμο ότι κι αν είχα.

 

Λησμόνησε παντοτινά και διώξε κάθε ελπίδα

και πε πως δεν με γνώρισες

κι ούτε κι εγώ πως σ΄είδα.

 

Kάλλιά ’χω εσέ µε Θάνατον, παρ’ άλλη µε ζωή µου,
για σένα εγεννήθηκε στον Kόσµον το κορµί µου.

*

*

Ο Κώστας Μουντάκης ερμηνεύει Ερωτόκριτο.

Στο 5:44 ο Κώστας Μουντάκης εξηγεί τις 4 παραλλαγές του Ερωτόκριτου (με τη λύρα)

http://cretavideo.gr -ΑΠΟ ΑΡΧΕΙΟ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΟΡΜΠΟΥΔΑΚΗ / petr00kos-YouTube ]

*

*

Δείτε επίσης:

Παίζουμε Οικολογικά – επεισόδιο 1ο: Ερωτόκριτος.

*

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s