Παναγιώτης Κονδύλης. Προφητικές ρήσεις για την Ελληνική κρίση & τη νοοτροπία του παρασιτικού καταναλωτισμού: «Όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται». Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Θεωρία του Πολέμου. Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Αφιέρωμα στο έργο του Παν. Κονδύλη.

wp.me/pPn6Y-esE

[…] Το ότι ο Έλληνας παράσιτος μπόρεσε επί τόσες δεκαετίες να είναι συγχρόνως και υπερκαταναλωτής, ο Κονδύλης το εξηγεί επικαλούμενος την ιστορική συγκυρία. […] Και «προφητεύει» πολλά χρόνια νωρίτερα για τα σχετικά αποτελέσματα της εν λόγω νοοτροπίας.

Παν. Κονδύλης, 1997>[…] Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση (και πάντως τα ισχυρότερα μέλη της), μη μπορώντας να δώσει στην Τουρκία όλα όσα επιθυμεί, θα επιδιώκει να την κατευνάσει με ελληνικά έξοδα, πιέζοντας δηλαδή την Ελλάδα να δεχθεί τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο και στην Κύπρο. […]

[…] Ενώ δηλαδή η Ελλάδα προσανατολίσθηκε ψυχή τε και σώματι στην «Ευρώπη» για να διασφαλισθεί από τον τουρκικό κίνδυνο, ακριβώς ο ευρωπαϊκός της προσανατολισμός θα μεταβληθεί σε όργανο de facto μετατροπής της σε δορυφόρο της Τουρκίας. […]

[…] δεν αποκλείεται η ελληνική πλευρά, ανίσχυρη κι αναζητώντας παρηγοριές ή εκλογικεύσεις, ν’ αρχίσει κάποτε να θεωρεί κι η ίδια τις υποχωρήσεις έναντι της Τουρκίας ως αυτονόητο μέρος και αυτονόητο καθήκον του «εξευρωπαϊσμού» της, αφού μάλιστα οι «πολιτισμένοι άνθρωποι», που έχουν ξεπεράσει τους «εθνικιστικούς αταβισμούς», δεν ξεκινούν πολέμους για πράγματα τόσο απαρχαιωμένα μέσα στον εκλεπτυσμένο μας κόσμο, όσο είναι δα τα κυριαρχικά δικαιώματα. […]

[…] φαίνεται να βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον όρο να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη […]

Τις τελευταίες ημέρες επανέρχεται το όνομα του Παναγιώτη Κονδύλη, με αιτία αφιέρωμα του τελευταίου τεύχους του Γερμανικού Περιοδικού Φιλοσοφίας, με αναφορά στην εκτενή συνέντευξη που είχε δώσει ο Έλληνας φιλόσοφος στο Σπύρο Κουτρούλη και είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό «Νέα Κοινωνιολογία».

Δίνονται αποσπάσματα από τη συνέντευξη αυτή, τα οποία είναι συγκλονιστικά. Για να κατανοήσουμε τη σημασία των λεγόμενών του, παίζει σημαντικό ρόλο το γεγονός ότι ειπώθηκαν πριν το 1998 που απεβίωσε. Τα γεγονότα των τελευταίων ετών επιβεβαιώνουν τα όσα διατύπωσε αυτό το θηριώδες μυαλό .

Ένα εξ΄αυτών είναι το παρακάτω : «Αν ο Ελληνισμός θέλει να επιβιώσει ως διακεκριμένη ταυτότητα, το πρώτο που θα έπρεπε να κάνει θα ήταν να παράγει όσα τρώει. Δεν εννοώ διόλου κάποιαν οικονομική αυτάρκεια με την παλιά έννοια, αλλά την απαλλαγή από την πολιτική και την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού.

Ένα βιώσιμο συλλογικό υποκείμενο οφείλει να εξάγει τουλάχιστον τόσα, όσα εισάγει, σ’ έναν ανοικτότερο κόσμο.

Ειδάλλως είναι αναπόφευκτη

η πτώση στα κατώτερα σκαλιά του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας,

η καταχρέωση και

η πολιτικοστρατιωτική εξάρτηση.

Τις τελευταίες δεκαετίες ο Ελληνισμός προχώρησε γρήγορα προς αυτή την κατεύθυνση.

Η αναστροφή της απαιτεί

γενναία παραγωγική προσπάθεια,

προηγμένη τεχνογνωσία και

ριζική θεσμική εξυγίανση, καθώς και

ένα εκπαιδευτικό σύστημα εντελώς διαφορετικού επιπέδου*

http://www.dw.de/dw/article/0,,16158857,00.html

(*ΒΜΡ:  η κατηγοριοποίηση & οι υπογραμμίσεις στις 2 τελευταίες παραγράφους, δικές μας, με σκοπό την καλύτερη δυνατή κατανόηση των συμπερασμάτων αυτών).

Το απόσπασμα αυτό ήταν μία εκλαΐκευση της κεντρικής ιδέας των Γεωπολιτικών και Στρατηγικών παραμέτρων ενός Ελληνοτουρκικού πολέμου. Το πλήρες κείμενο των τριάντα έξη σελίδων θα το βρείτε στο link http://library.antibaro.gr/text/Kondylhs/_Kondylhs_.pdf   .  Πρόκειται για μια συγκλονιστική ανάλυση με προφητικά στοιχεία εφάμιλλα του πατρός Παίσιου . Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε το 1997.

 

 

Σας παραθέτω ένα απόσπασμα από το κείμενο αυτό :

H τιθάσευση της Τουρκίας μέσω της ένταξής της στην «Ευρώπη» συνδέεται στενά με τις ελπίδες και με τα σφάλματα της ελληνικής πολιτικής. …….. Τα σφάλματα, πάλι, προκύπτουν από μιαν κακή εκτίμηση της σημασίας της «Ευρώπης» για την ανερχόμενη Τουρκία. Επειδή η Ελλάδα, αδυνατώντας να σταθεί μοναχή στα πόδια της, περιμένει τα πλείστα ή τα πάντα από άλλους τείνει εύλογα να προβάλλει τη δική της κατάσταση και διάθεση στην κατάσταση και διάθεση άλλων, νομίζοντας π.χ. ότι η «Ευρώπη» έχει για την Τουρκία την ίδια απόλυτη σημασία όσο για την Ελλάδα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Τουρκία θα επιδιώξει να πάρει από την Ευρωπαϊκή Ένωση ό,τι περισσότερο μπορεί· όμως για την ευρασιατική Τουρκία η Ευρώπη είναι μόνον ένα πεδίο δραστηριότητας ανάμεσα σε άλλα, ενώ για την Ελλάδα αποτελεί ουσιαστικά το μοναδικό· γιατί στα Βαλκάνια δεν έχει ούτε την οικονομική ούτε τη στρατιωτική δύναμη να παίξει ηγεμονικό ρόλο, κι αυτός βέβαια δεν επιτυγχάνεται επειδή δέκα ή είκοσι μικρομεσαίοι κάνουν κέρδη στη Ρουμανία ή τη Σερβία. Με άλλα λόγια, η σχέση της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πιο σύνθετη απ’ ό,τι η σχέση της Ελλάδας προς αυτήν και μπορεί να συγκεφαλαιωθεί ως εξής: η Ευρωπαϊκή Ένωση εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να ικανοποιήσει όλα τα αιτήματα μιας Τουρκίας σήμερα 62 και αύριο 100 εκατομμυρίων κατοίκων, παράλληλα όμως τα ζωτικά της συμφέροντα δεν της επιτρέπουν να απογοητεύσει πλήρως την τουρκική πλευρά· η Τουρκία παραμένει σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, παράλληλα όμως τα δικά της ζωτικά συμφέροντα τής υπαγορεύουν να διατυπώνει προς την Ένωση ποικίλα, κυρίως οικονομικά αιτήματα.

 
Μέσα στη διελκυστίνδα αυτή θα διεξάγεται στις επόμενες μία ή δύο δεκαετίες ένα συνεχές παζάρι, με εντάσεις και με υφέσεις, όπου τα τουρκικά αιτήματα συχνά θα υποστηρίζονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες άλλωστε μόλις πρόσφατα ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση να αποδεχθεί την Τουρκία ως πλήρες μέλος. Κατά πασά πιθανότητα, τα σπασμένα αυτού του παζαριού θα τα πληρώσει η Ελλάδα. Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση (και πάντως τα ισχυρότερα μέλη της), μη μπορώντας να δώσει στην Τουρκία όλα όσα επιθυμεί, θα επιδιώκει να την κατευνάσει με ελληνικά έξοδα, πιέζοντας δηλαδή την Ελλάδα να δεχθεί τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Αν αυτό πράγματι συμβεί, όπως φοβούμαι εντονότατα, τότε θα δούμε μια ακόμη από τις τραγικές εκείνες ειρωνείες, τις όποιες τόσο συνηθίζει η Ιστορία.

 
Ενώ δηλαδή η Ελλάδα προσανατολίσθηκε ψυχή τε και σώματι στην «Ευρώπη» για να διασφαλισθεί από τον τουρκικό κίνδυνο, ακριβώς ο ευρωπαϊκός της προσανατολισμός θα μεταβληθεί σε όργανο de facto μετατροπής της σε δορυφόρο της Τουρκίας. Η τουρκική επιρροή θα ασκείται πάνω στην Ελλάδα όχι άμεσα, αλλά – κάπως μετριασμένη – μέσω των ευρωπαϊκών και των αμερικανικών αγωγών, και δεν αποκλείεται η ελληνική πλευρά, ανίσχυρη κι αναζητώντας παρηγοριές ή εκλογικεύσεις, ν’ αρχίσει κάποτε να θεωρεί κι η ίδια τις υποχωρήσεις έναντι της Τουρκίας ως αυτονόητο μέρος και αυτονόητο καθήκον του «εξευρωπαϊσμού» της αφού μάλιστα οι «πολιτισμένοι άνθρωποι», που έχουν ξεπεράσει τους «εθνικιστικούς αταβισμούς», δεν ξεκινούν πολέμους για πράγματα τόσο απαρχαιωμένα μέσα στον εκλεπτυσμένο μας κόσμο όσο είναι δα τα κυριαρχικά δικαιώματα.* (ΒΜΡ: η υπογράμμιση αυτή, δικιά μας / αυτό δεν συμβαίνει σήμερα; ακριβώς αυτό… Είπαμε: στη Σμύρνη έγινε «συνωστισμός»… Ας το πουν αυτό κάποιοι σε κάποιους πρόσφυγες του ΄22 που, ίσως, ζουν ακόμη ή στους απογόνους των προσφύγων, να δούμε τι θα τους απαντήσουν…).

 
Μήπως αυτά σημαίνουν ότι η Ελλάδα οφείλει να ξεκόψει από τις σημερινές της συμμαχίες; Βεβαίως όχι, καθώς εναλλακτική λύση δεν υπάρχει. Αλλά η ελληνική πλευρά πρέπει να κατανοήσει έμπρακτα, κι όχι μόνον λεκτικά, ότι η αξία μιας συμμαχίας για ένα της μέλος καθορίζεται από το ειδικό βάρος του τελευταίου μέσα στο σύνολο της συμμαχίας.Πιο λιανά: οι σύμμαχοι αξίζουν για σένα τόσο, όσο αξίζεις εσύ γι’ αυτούςΚαμιά συμμαχία και καμιά προστασία δεν κατασφαλίζει όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Τα «δίκαια» της Ελλάδας δεν εντυπωσιάζουν κανέναν, όσο πίσω τους βρίσκεται ένας παρίας με διαρκώς απλωμένο το χέρι, κάποιος που ζει από δάνεια, επιδοτήσεις και «προγράμματα στήριξης».

 

 

…..Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους, ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο γιατί, αν ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, ποιος πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική;

 

 

Οι ευρύτερες μάζες, καθοδηγούμενες από το ίδιο ένστικτο της βραχυπρόθεσμης αυτοσυντήρησης, έχουν βρει τη δική τους ψυχολογικά βολική λύση:

το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, οπότε το καλεί η περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους: από τη φοροδιαφυγή, την αισχροκέρδεια και τα «αυθαίρετα» ίσαμε τα ευκολοαπόκτητα πτυχία, τη χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας (ούτε το 50% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης!) και την κραυγαλέα ανισότητα ανάμεσα σ’ ό,τι παράγεται και σ’ ό,τι καταναλώνεται, με αποτέλεσμα την καταχρέωση και την πολιτική εξάρτηση του τόπου.

 

 

Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας μόνον όσα πράττονται και αφήσουμε εντελώς στην άκρη την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους οι πράττοντες, τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον όρο να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη, και επίσης υπό τον όρο να τεχνουργηθούν απροσμάχητες ανακουφιστικές εκλογικεύσεις («ελληνοκεντρικές» ή «εξευρωπαιστικές», αδιάφορο). Τις τραγωδίες ή τις κωμωδίες, που μπορούν να περιγράψουν με τις αρμόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση, θα τις γράψουν ίσως άλλοι. Εμένα μου έρχεται στον νου η τετριμμένη, αλλά πάντοτε ευθύβολη θυμοσοφία: όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται.”

 

 

Θεωρώ ότι με ελάχιστη υπομονή πρέπει ο καθένας μας να διαβάσει το κείμενο αυτό από έναν θηριώδους μεγέθους φιλόσοφο με τεράστιες γνώσεις γεωστρατηγικής και ανάλυσης της θεωρίας του πολέμου μιας και είναι ένας από τους τρείς ανθρώπους που τόλμησε να διατυπώσει την θεωρία του πολέμου μίας έννοιας εξαιρετικά σύνθετης.

Για το paragoume.wordpress.com

Aνέστης Γεωργιάδης

Πηγή: paragoume.wordpress.com

*

—————————————————————————————————————————————————-

*

Η προφητεία του Κονδύλη

Το τελευταίο τεύχος του Γερμανικού Περιοδικού Φιλοσοφίας είναι αφιερωμένο στο γερμανοτραφή στοχαστή Παναγιώτη Κονδύλη που είχε διαβλέψει την ελληνική κρίση ήδη από το 1998, χρονιά του θανάτου του.

Οι Γερμανοί θυμούνται πάντα και μελετούν ακόμα το έργο του στοχαστή Παναγιώτη Κονδύλη που έφυγε πρόωρα το 1998.

Το ελληνικό πανεπιστήμιο τον είχε απορρίψει, στη συνέχεια απέρριψε ο ίδιος το ελληνικό πανεπιστήμιο και την πανεπιστημιακή καριέρα συνολικά.

Διέθετε σπάνιο συνδυαστικό ταλέντο που του επέτρεψε να γράψει σημαντικές φιλοσοφικές συνθέσεις για το διαφωτισμό ή την παρακμή του αστικού πολιτισμού. Οι Γερμανοί εξακολουθούν να αναφέρονται σ’ αυτόν. Το 2007 για παράδειγμα εκδόθηκε ένας συλλογικός τόμος με τίτλο «Διαφωτιστής χωρίς αποστολή» με μελέτες για τη σκέψη του, τώρα μόλις στον Κονδύλη είναι αφιερωμένο το τελευταίο τεύχος του Γερμανικού Περιοδικού Φιλοσοφίας που κυκλοφορεί ανά δίμηνο στο Βερολίνο.

 

 

Πτώση στα κατώτερα σκαλιά

Ανάμεσα στα διάφορα κείμενα για την κοινωνική φιλοσοφία του Κονδύλη, στο περιοδικό δημοσιεύεται μεταφρασμένη στα γερμανικά μια εκτενής συνέντευξη που είχε δώσει ο Έλλην φιλόσοφος στο Σπύρο Κουτρούλη εκείνη τη μοιραία χρονιά του 1998 και είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό «Νέα Κοινωνιολογία». Υπάρχει εκεί ένα σημείο που μοιάζει προφητικό από τη σημερινή σκοπιά, ένα σημείο για το ελληνικό πρόβλημα, το οποίο αμέσως εντόπισε ο κριτικός της Süddeutsche Zeitung του Μονάχου και το μεταφέρει ασχολίαστο στους αναγνώστες της μεγάλης αυτής γερμανικής εφημερίδας. Ας το διαβάσουμε κι εμείς, ασχολίαστο: «Αν ο Ελληνισμός θέλει να επιβιώσει ωε διακεκριμένη ταυτότητα, το πρώτο που θα έπρεπε να κάνει θα ήταν να παράγει όσα τρώει. Δεν εννοώ διόλου κάποιαν οικονομική αυτάρκεια με την παλιά έννοια, αλλά την απαλλαγή από την πολιτική και την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ένα βιώσιμο συλλογικό υποκείμενο οφείλει να εξάγει τουλάχιστον τόσα, όσα εισάγει, σ’ έναν ανοικτότερο κόσμο. Ειδάλλως είναι αναπόφευκτη η πτώση στα κατώτερα σκαλιά του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας, η καταχρέωση και η πολιτικοστρατιωτική εξάρτηση. Τις τελευταίες δεκαετίες ο Ελληνισμός προχώρησε γρήγορα προς αυτή την κατεύθυνση. Η αναστροφή της απαιτεί γενναία παραγωγική προσπάθεια, προηγμένη τεχνογνωσία και ριζική θεσμική εξυγίανση, καθώς και ένα εκπαιδευτικό σύστημα εντελώς διαφορετικού επιπέδου.»

 

 

Ελληνοκεντρισμός και πιθηκισμός

Με ανατριχιαστική λακωνικότητα ο Κονδύλης στις λίγες αυτές γραμμές από μια συνέντευξη συμπύκνωσε τις αιτίες που στο μεταξύ οδήγησαν στο ελληνικό αδιέξοδο. Αλλά να δούμε και πώς περιγράφει τα επιφαινόμενα αυτών των αιτιών: «Εδώ θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η συνήθης αντιπαράθεση των εκσυγχρονιστικών τάσεων προς την καλλιέργεια της εθνικής παράδοσης είναι απλουστευτική και παραπλανητική. Μονάχα η ευόδωση της εκσυγχρονιστικής προσπάθειας επιτρέπει την επιτυχή άμιλλα με άλλα έθνη και έτσι χαρίζει την αυτοπεποίθηση εκείνη, η οποία επιτρέπει την απροβλημάτιστη αναστροφή με την εθνική παράδοση και καθιστά ψυχολογικά περιττό τον πιθηκισμό. Αντίθετα, η ανικανότητα ενός έθνους να συναγωνισθεί με άλλα σε ό, τι – καλώς ή κακώς – θεωρείται κεντρικό πεδίο της κοινωνικής δραστηριότητας θέτει σε κίνηση ένα διπλό υπεραναπληρωματικό μηχανισμό: τον πιθηκισμό ως προσπάθεια να υποκαταστήσεις με επιφάσεις ό, τι δεν κατέχεις στην ουσία και την παραδοσιολατρία ως αντιστάθμισμα του πιθηκισμού. Απ’ αυτή την άποψη, ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολιτικός πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους.»

Σπύρος Μοσκόβου

Υπεύθ.σύνταξης: Μαρία Ρηγούτσου

Πηγή: dw.de

*

—————————————————————————————————————————————————-

*

Παναγιώτης Κονδύλης:

η παρακμή του αστικού πολιτισμού

Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή

και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία

 

«Η λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος κατάντησε να αποτελέσει το βασικό εμπόδιο στην εθνική οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη – κάτι παραπάνω: έγινε ο αγωγός της εκποίησης της χώρας με μόνο αντάλλαγμα τη δική του διαιώνιση, δηλαδή τη δυνατότητα να προβαίνει σε υλικές παροχές παίρνοντας παροχές σε ψήφους.» Π.Κονδύλης(κλικ στην εικόνα για κατέβασμα).

Φοβάμαι ότι θα αδικήσω το μεγάλο ιστορικό των ιδεών αν επιχειρήσω μια έστω συνοπτική παρουσίαση του συγκεκριμένου βιβλίου. Θα πω μόνο ότι σ’ αυτό διάβασα   μερικές από τις οξυδερκέστερες παρατηρήσεις σχετικά με το “μεταμοντέρνο”.

Έχει ίσως μια σημασία να αναφερθεί ότι στα 1981 απορρίφθηκε η υποψηφιότητά του Κονδύλη ως τακτικού καθηγητή της Ιστορίας της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η παραπομπή του στις ελληνικές καλένδες έγινε με «ήπιο τρόπο», όπως αναφέρεται στα πρακτικά της συνεδρίας 19 καθηγητών της Φιλοσοφικής Σχολής στις 27 Μαρτίου 1981. Ενώ η εισηγητική έκθεση του έδινε το προβάδισμα έναντι πέντε συνολικά υποψηφίων, η όλη συζήτηση εστιάσθηκε στην ανατροπή αυτής της υπεροχής. Με εξαίρεση τον Θεόφιλο Βέικο, ο οποίος τον υπερασπίζεται, η εξαιρετική ποιότητα των εργασιών του Κονδύληξενίζει και δημιουργεί αντιστάσεις. Οι πιο ζηλότυποι καθηγητές κάνουν λόγο για «μικρό έργο» και «επικίνδυνα παρατεινόμενη νεανική τάση», οι πιο ψύχραιμοι επικαλούνται «το γεγονός ότι το επιστημονικό του έργο δεν καλύπτει το περιεχόμενο της έδρας», οι πιο αβέβαιοι παραπονούνται ότι «δυστυχώς δεν έχομεν ακόμη κριτικές ξένων διά την διατριβήν αυτήν». Οι πιο ευσυνείδητοι, τέλος, επιφυλάσσονται να τον ψηφίσουν κάποτε άλλοτε ως έκτακτο καθηγητή. Τα προσχήματα σώζονται με την απόρριψη όλων των υποψηφίων. Για τον Κονδύλη άνοιγε χωρίς αυταπάτες πλέον ο στίβος της ελεύθερης πνευματικής δημιουργίας.(1)

Ο ίδιος πίστευε για τον εαυτό του ότι ήταν παρατηρητής των ανθρώπινων πραγμάτων και αναλυτής της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Ταυτοχρόνως, καθώς αρνιόταν να επιμερίσει και να διασπάσει την ανθρώπινη συμπεριφορά σε επί μέρους τομείς όπως η «φιλοσοφία», η «επιστήμη», η «ιστορία» και η «πολιτική», ο Κονδύλης κατάφερε μια ζωντανή σχέση με τον φιλοσοφικό λόγο: στο έργο του η φιλοσοφία βρίσκεται παντού, χωρίς όμως να διατηρεί κανενός είδους προνόμιο και καμία ιδεοληπτική αίγλη.

Το πρώτο πράγμα, ίσως, που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη του Κονδύλη είναι η τριβή του με την ιστορία· αλλά η ιστορία αυτή δεν έχει καμία σχέση με τον ιστορισμό ή τη διάλυση των προβλημάτων, των εννοιών και των γεγονότων μέσα στη ροή του χρόνου.

Ακόμη, η ιστορία όπως την καταλαβαίνει ο Κονδύλης είναι απαλλαγμένη από οποιαδήποτε εσχατολογική τροπή, κυρίως από εκείνη που τροφοδοτεί τους ανθρώπους με την ελπίδα της τελικής νίκης, που μοιάζει πολύ με οριστική λύση. Εντονότερα: οι αναγκαίες ψευδαισθήσεις είναι ήδη αρκετές, δεν χρειάζεται να τις επιβαρύνουμε με αυταπάτες.

Στην προοπτική αυτή, η ιστορία γίνεται στο έργο του Κονδύλη το εργαστήριο στο οποίο ελέγχονται, με τρόπο συγκεκριμένο και πειραματική ακρίβεια, οι θεωρητικές του θέσεις.(2)

Θα παραθέσω επιλεκτικά μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο τα οποία εντόπισα στο ιστολόγιο Τα μυστικά του κόλπου. Οι τίτλοι και οι υπογραμμίσεις είναι του γράφοντος.

Το βιβλίο σε μορφή pdf υπάρχει ΕΔΩ

 

Περισσότερα στη σχετική ιστοσελίδα για τον Π. Κονδύλη.

 

Περί ελληνικής «αστικής» τάξης

Σε καμιά στιγμή της η νεοελληνική πραγματικότητα δεν διαμορφώθηκε αποκλειστικά, καθοριστικά και τελεσίδικα από μια κοινωνική τάξη. H «αστική τάξη» δεν συγκέντρωνε ποτέ τα ειδοποιά γνωρίσματα της αστικής τάξης με τη δυτική έννοια / ενσάρκωνε με διαφορετικά τμήματά της άλλοτε άλλα γνωρίσματα του αστικού ήθους και έθους, ποτέ ταυτόχρονα και όλα / ποτέ δεν κατάφερε να δημιουργήσει γηγενή και αυτοτελή αστικό πολιτισμό.

Ο όρος διαδόθηκε στα πλαίσια των αναλύσεων της τοτινής ελληνικής κοινωνίας από μετριοπαθείς ή ακραίους αριστερούς κοινωνιολόγους και δημοσιολόγους. Υποδήλωνε μια άμεση ή έμμεση πολεμική / εισάγεται ως ο μεγάλος αντίμαχος της ανερχόμενης εργατικής τάξης. Επιπλέον, ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τους δυτικούς κοινωνιολόγους στις αναλύσεις τους για τις μη αναπτυγμένες χώρες, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, με ένα ιδιαίτερο σκεπτικό.

Στην Ευρώπη υπήρξε ο αντίπαλος της αριστοκρατίας και της κληρικοκρατίας, ο φορέας μιας νέας θετικής αντίληψης για την οργάνωση της ζωής και μιας ρωμαλέας νέας κοσμοθεωρίας. Επειδή στην Ελλάδα δεν βρέθηκε αστική τάξη να παίξει τέτοιο ρόλο, δεν βρέθηκαν ούτε και λογοτέχνες ή ιστορικοί για να την υμνήσουν.

Για το νέο- ελληνικό κράτος, τα κόμματα και τους πολιτικούς θεσμούς

Ο μηχανισμός της λειτουργίας του κράτους διαμορφώθηκε ως εν μέρει τερατογεννετικό και εν μέρει ιλαροτραγικό αποτέλεσμα της διασταύρωσης των πιο προηγμένων τοτινών πολιτικών θεσμών, όπως ο κοινοβουλευτισμός και η καθολική ψηφοφορία, με μια κοινωνία διεπόμενη από πατριαρχικές σχέσεις, στάσεις, νοοτροπίες και αξίες (Όλα αυτά) συνεπέφεραν μια κοινωνική κινητικότητα: δημιούργησαν καινούριες ευκαιρίες πολιτικής και κοινωνικής σταδιοδρομίας και άνοιξαν σε ευρύτερες μάζες τον δρόμο από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. — διόγκωση του κρατικού μηχανισμού (βλ. πελατειακές σχέσεις με τα κόμματα) και ενίσχυση του καθοδηγητικού ρόλου του κράτους.

Η τέτοια διόγκωση και διαμόρφωση του ελληνικού κράτους ούτε από κάποια εντόπια αστική τάξη υποκινήθηκε, ούτε την ωφέλησε. Απεναντίας, ο όγκος, η δυσκαμψία και η δαπανηρότητα του κράτους αποτέλεσε τροχοπέδη (…)

Σφάλμα να αποκαθίσταται ευθύγραμμες γραμμές ανάμεσα σε «τάξεις» και «κόμματα», ιδιαίτερα στην Ελλάδα / δεν πρέπει να παραβλέπεται η εκτεταμένη αυτονομία του πολιτικού – κομματικού παιγνιδιού ως πελατειακής σχέσης πολιτικού – ψηφοφόρου. Ο ψηφοφόρος παρέχει υποστήριξη προσδοκώντας προστασία. Ο πολιτικός εκποιεί το κράτος στους ψηφοφόρους, με αντάλλαγμα να το κατέχει ο ίδιος. / είναι κατά κανόνα δευτερεύουσες ή και απλώς προσχηματικές οι «ιδεολογικές» αντιθέσεις ή αντιθέσεις «αρχών». Στο πολιτικό φάσμα ένας πολιτικός καταλαμβάνει μια θέση γιατί όλες οι υπόλοιπες είναι κατειλημμένες / Η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού για σκοπούς κομματικού οφέλους υπήρξε έργο εξίσου όλων των κομμάτων / όλα τα ελληνικά κόμματα υπήρξαν κρατικιστικά.

Ο πελατειακός χαρακτήρας των κομμάτων τα έκανε και «λαϊκά», εφ όσον η ανάγκη ταυτόχρονης εξυπηρέτησης ατόμων και ομάδων ή «κλάδων» μέσω του κράτους καθιστούσε ουσιαστικά αδύνατη την άσκηση μονοσήμαντης και συνεπούς ταξικής πολιτικής (τέτοιο θέμα δεν έμπαινε ποτέ πιεστικά. Η βαθμιαία αποσύνθεση των πατριαρχικών δομών δημιούργησε ως κύριο τμήμα του κοινωνικού κορμού μια ευρύτατη μάζα μικροαστών και μικροϊδιοκτητών, οι οποίοι μπορούσαν εξίσου καλά σε ένα «δεξιό» / «φιλελεύθερο» / «αριστερό» κόμμα. Η λεγόμενη αστική τάξη (βρέθηκε) συνήθως στα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας. Χρησιμοποιούσε τις ίδιες πελατειακές σχέσεις (…) στον τύπο της συνήθους κρατικιστικής λογικής (περισσότερη κρατική παρέμβαση).

Η «αστική τάξη» δε στάθηκε ποτέ αρκετά συγκροτημένη, ομοιογενής και ισχυρή ώστε να ταυτιστεί με την πολιτική διακυβέρνηση της χώρας. Στον 20ο αιώνα, η υποχώρηση των πατριαρχικών δομών ακολουθήθηκε από σταδιοδρόμηση στοιχείων με μικροαστική ή αγροτική προέλευση με μικροαστική καταγωγή, άρα με όχι δεδομένη ταύτιση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης.

Ακόμα περισσότερο ο κρατικός μηχανισμός, ο οποίος προερχόταν κυρίως από καθυστερημένα στρώματα (χαρακτηριζόταν από) αγραμματοσύνη, στενοκεφαλιά, κουτοπονηριά ή συμπλεγματικότητα + η ανυπέρβλητη ικανότητα του δημοσίου υπαλλήλου να προσανατολίσει τη δραστηριότητά του σε απρόσωπες, γενικές και αφηρημένες αρχές. Αντ΄ αυτού, αξίες πατριαρχικής κοινωνίας: ιδιαίτερη πατρίδα, συγγενείς, φίλοι, φίλοι των φίλων, προστάτες και προστατευόμενοι. –> συνδυασμοί άλλοτε σπαρταριστοί και άλλοτε αξιοδάκρυτοι.

Κράτος. Η διανομή των θέσεων μέσω πατριαρχικών – πελατειακών διαδικασιών –> υπερβολική αύξηση των θέσεων –> χαμηλές αμοιβές. Η μιζέρια επακόλουθο της μεγαλοθυμίας. Πολίτες για το κράτος: Πάμπλουτος και παντοδύναμος δότης. Ταυτόχρονα, απατεώνας και τύραννος, άρα κάθε πλάγια οδός, κατανοητό και συγγνωστό μικροπαράπτωμα. (…) Τα πλάγια μέσα δεν αποτελούσαν πια την παράβαση των κανόνων, αλλά τον μόνο δυνατό τρόπο λειτουργίας τους.

Τα «τζάκια» συμφιλιώθηκαν με το κράτος μόνον από τη στιγμή που μπόρεσαν να το ελέγξουν (επιρροή στη μοναρχία – πελατειακός κοινοβουλευτισμός). Όμως το έλεγξαν για να το αδρανοποιήσουν, όπως τους υπαγόρευε ο κοινωνικός τους χαρακτήρας που ρίζωνε σε προκρατικές συνθήκες και έξεις. Έτσι οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί καταδικάστηκαν σε υποπλασία (εκσυγχρονιστική λειτουργικότητα) και υπερτροφία (ειδικό βάρος στην νεοελληνική πραγματικότητα). (…) Η ταξική σύγκρουση αμβλυνόταν γιατί όλοι οι «κλάδοι» στρέφονταν ταυτόχρονα προς τη μεριά του κράτους, ικετεύοντας ή απειλώντας το, και όχι σε πρώτη γραμμή ο ένας εναντίον του άλλου.

(1): Σπ. Μόσκοβος | Κυριακή 15 Νοεμβρίου 1998  Το Βήμα

(2): Γερ. Βώκος | Κυριακή 15 Νοεμβρίου 1998.

Πηγή:  / eranistis2.wordpress.com Ιανουαρίου 6, 2010

*

*

 

Άρθρα & Δοκίμια του Παναγιώτη Ήφαιστου

για τον Παν. Κονδύλη

(Καθηγητής, Διεθνείς Σχέσεις-Στρατηγικές Σπουδές, 

Πανεπιστήμιο Πειραιά, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών)

Ο μεταμοντέρνος χυλός και οι μίμοι και οι γελωτοποιοί που εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά  στους κύκλους των διανοουμένων στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης

Ο Κονδύλης αναμφίβολα ήταν μια από τις μεγαλύτερες πνευματικές υπάρξεις. Στα κείμενά του διακρίνεις καθαρότητα σκέψης και παντελή απουσία λογικών αλμάτων και επιστημονικών σφαλμάτων.

Η διαχρονική αξία των κειμένων του επιβεβαιώνεται καθημερινά.

Το επίμετρο της Θεωρίας του Πολέμου* (*ακολουθεί σχετική αναφορά) όπου φώτισε το πρόβλημα της άνισης ανάπτυξης και καλούσε για ισορροπία δυνάμεων ως προϋπόθεση σταθερότητας δυστυχώς επιβεβαιώνεται.

Η Ελλάδα κατεβάζει διαρκώς τον πήχη των έσχατων λογικών της και απέναντι σε μια ολοένα και πιο αναθεωρητική Τουρκία οδηγείται από την μια υποχώρηση στην άλλη.

Ταυτόχρονα, ποικιλόμορφοι μηχανισμοί που έχουν διεισδύσει οργανωμένα στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα και κυρίως στα μέσα ενημέρωσης και στον λεγόμενο χώρο των κοινωνικών επιστημών:

Προετοιμασμένοι, οργανωμένοι και ετοιμοπόλεμοι από καιρό, εφορμούν όποτε χρειαστεί για να δικαιολογήσουν την ξένη εξάρτηση, να αποδυναμώσουν τους έλληνες πνευματικά, να αποδομήσουν την διϋποκειμενική ιστορική γνώση, να ιδεολογικοποιήσουν την συρρίκνωση της ελληνικής πολιτικής κυριαρχίας, να ροκανίσουν τις έσχατες λογικές των ελληνικών κοσμοθεωριών, να σχετικοποιήσουν τα ελληνικά σύνορα που ορίζουν οι συνθήκες και το διεθνές δίκαιο και να εκποιήσουν τα θεμιτά ελληνικά ζωτικά συμφέροντα εκτός συνόρων στις διεθνοφασιστικές αξιώσεις.

Όπως αποδεικνύει ο διασυρμός της επιστημονικής ιδιότητας στην ιδιόμορφη «διαμάχη για τα βιβλία της ιστορίας» οι κοινωνικές επιστήμες πανεπιστημιακού επιπέδου κυριολεκτικά εκμηδενίζονται. Μια μικρή ομάδα ατόμων σπιθαμιαίου στοχαστικού αναστήματος με προπέτεια καλούν όλους τους άλλους να σωπάσουν γιατί αυτοί, λένε, είναι … ιστορικοί.

Αυτοί πάντως δεν σώπασαν μετά τον καταπέλτη της Ακαδημίας Αθηνών η έκθεση της οποίας κάνει σαφές, αν κανείς την μελετήσει προσεκτικά, ότι είναι ανιστόρητοι και ιστοριογραφικά αγράμματοι.

Και όχι μόνο αυτό: έντρομοι έσπευσαν να κάνουν «διορθώσεις» για να διασωθούν θεσμικά και διαδικαστικά. Εκτός από την Ακαδημία, βεβαίως, πολλοί άλλοι κυριολεκτικά κονιορτοποίησαν τις ιστοριογραφικές τσαρλατανιές.

Απλή λογική χρειάζεται και στοιχειώδης ιστορική γνώση για να καταλάβει κανείς ότι δεν πρόκειται περί ιστορίας αλλά περί αποδομητικού ιστοριογραφικού ανεκδότου.

Ο «μεταμοντέρνος χυλός» για τον οποίο συχνά έγραψε ο Κονδύλης έχει εισβάλει για καλά στο ελληνικό πανεπιστήμιο και επιτρέπει αριθμητικά ευμεγέθεις συνομαδώσεις που οδηγούν σε συνδικαλιστικού χαρακτήρα ιστοριογραφικές αξιώσεις για τις οποίες δεν πρέπει να γελάμε πλέον γιατί δεν τις κηρύττουν ένας και δύο αλλά εκατοντάδες. Στο εδάφιο που παραθέτω πιο κάτω, με θαυμαστή ακρίβεια ο Κονδύλης περιγράφει τα αίτια των σημερινών μεταεθνικών ιστοριογραφικών ανεκδότων.

«Ο συνδυασμός των πάντων με τα πάντα, ο οποίος όπως θα δούμε σ’ αυτό το βιβλίο αποτελεί ουσιώδες γνώρισμα του μαζικοδημοκρατικού τρόπου σκέψης, καθώς και οι ηδονιστικές αξίες του αυθορμητισμού και της αυτοπραγμάτωσης όπως τις διακήρυξε η πολιτισμική επανάσταση στην Ελλάδα, συμφύρθηκαν με τις παμπάλαιες και πασίγνωστες εγχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακιδισμού και της ημιμάθειας.

Η σύμφυρση αυτή επομένως ήταν η φυσική βολική είσοδος του μεταμοντερνισμού σ’ ένα τόπο όπου το αστικό εργασιακό ήθος ήταν ουσιαστικά άγνωστο όχι μόνο στον τομέα της υλικής παραγωγής αλλά και στον τομέα του πνεύματος, όπου δεν διαμορφώθηκαν επιστημονικές παραδόσεις με συνοχή και με μακρόβιους φορείς όπου οι μίμοι και οι γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά  στους κύκλους των διανοουμένων στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης.*

(ΒΜΡ: υπογράμμιση δική μας)

Όπως και να ’χει, η τέτοια είσοδος του μεταμοντερνισμού στις ελληνικές συνθήκες αποτελεί την ολοκλήρωση και εν μέρει την κορύφωση της κρίσης όλων των θεμελιωδών δεδομένων της ελληνικής εθνικής ζωής.

Η εκποίηση του έθνους με την υλική έννοια θα συνοδευτεί και από την πλήρη πνευματική του στειρότητα, αν η μεταμοντέρνα σύμφυρση των πάντων με τα πάντα πραγματωθεί αποκλειστικά ως σύμφυρση μεταξύ κακοχωνεμένων δάνειων στοιχείων και αν η φθορά των ελληνικών, ή εν πάση περιπτώσει εξελληνισμένων, ιδεολογημάτων καταλήξει συν τοις άλλοις σε συρρίκνωση ή εργαλειοποίηση της γλώσσας τέτοια, ώστε να μην μπορεί πια να παραχθεί στον νεοελληνικό χώρο το μόνο προϊόν που –ακριβώς χάρη στην μοναδική δυναμική μιας πολυστρώματης και παμπάλαιας γλώσσας– έχει παραχθεί ως τώρα σε υψηλή ποιότητα: ποίηση.

Οποιαδήποτε προσωπική στάση κι αν επιλέξει ο καθένας, γεγονός είναι ότι η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσια χρόνια, κλείνει τον κύκλο της.

Ασφαλώς, τα τραγικά και κωμικά της επεισόδια δεν τέλειωσαν ακόμη, όμως χάνεται η ενότητα της προβληματικής της και ο ειδοποιός της χαρακτήρας.

Η Ελλάδα εντάσσεται σε πολύ χαμηλή θέση στο σύστημα του διεθνούς καταμερισμού της υλικής και πνευματικής εργασίας. Ο δικός της μεταμοντερνισμός συνίσταται στο ότι αποτελεί μια στενή και παράμερη λωρίδα στο ευρύ φάσμα του μεταμοντερνισμού των άλλων».

Κονδύλης, Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού (Θεμέλιο, Αθήνα 1991), σ. 46-7»

Πηγή: http://www.ifestos.edu.gr/

*

—————————————————————————————————————————————————-

*

Θεωρία του Πολέμου

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

του Παναγιώτη Κονδύλη

*

Θεωρία του πολέμου
Πόλεμος και πολιτική – πόλεμος, οικονομία και κοινωνία – πόλεμος και επανάσταση – ο θερμός πόλεμος μετά τον ψυχρό πόλεμο – ελληνοτουρκικός πόλεμος
Theorie des krieges. Clausewitz, Marx, Engels, Lenin

Εκδότης: Θεμέλιο
Κωδικός προϊόντος: B111637

 

*

Με τον παραπάνω τίτλο συμπεριλήφθηκε κεφάλιαο IX, ως επίμετρο, στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Π. Κονδύλη «Θεωρία του Πολέμου», εκδ. Θεμέλιο, 1997.

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο εδώ:http://library.antibaro.gr/text/Kondylhs/_Kondylhs_.pdf   *

(με ένα απλό κλικ επάνω στο link / αν κάποιος δεν γνωρίζει καλά από υπολογιστές, ειδοποιεί και τον βοηθούμε)

Το κείμενο αυτό προκάλεσε τότε έντονη αντιπαράθεση μέσω των εφημερίδων, κυρίως στο ΒΗΜΑ από πλευράς Ριχάρδου Σωμερίτη, στον οποίο απάντησε επανηλλειμένως ο αείμνηστος Κονδύλης. Είναι χαρακτηριστικό ότι γνωστός συντάκτης της ίδιας εφημερίδας έγραψε ένα σχόλιο σημειώνοντας ότι “εκείνο που κέρδισε ο Ρ. Σωμερίτης είναι να γραφεί στο βιβογραφικό του ότι κάποτε ασχολήθηκε μαζί του και ο Παναγιώτης Κονδύλης”.

Το δυστύχημα είναι ότι η αξία του Παναγιώτη Κονδύλη δεν εκτιμήθηκε όσο θα έπρεπε στην Ελλάδα, όπως σε αντίθεση συνέβη στη Γερμανία όπου έζησε και διακρίθηκε. Βέβαια αυτό δεν αποτελεί πρωτοτυπία για την ελληνική πραγματικότητα. Από τους αρχαίους χρόνους εκείνοι που ξεχώριζαν ή διώκονταν ή αγνοούνταν…

Πηγή: parisis.wordpress.com

*

*

Πολεμική Σωμερίτη – Κονδύλη 1997

Νοεμβρίου 24, 2008 § 6 σχόλια

Παρακάτω αναδημοσιεύεται από “ΤΟ ΒΗΜΑ” η ανταλλαγή 5 άρθρων (με χρονολογική σειρά) μεταξύ Ρ. Σωμερίτη και Π. Κονδύλη το Δεκέμβριο του 1997.  Αφορμή η προ-δημοσίευση δοκιμίου(http://kondylis.wordpress.com/2008/11/24/geopolitikes/ ) του Κονδύλη για τα ελληνοτουρκικά.

*

Παιχνίδια πολέμου

Ο Ριχ. Σωμερίτης σχολιάζει τις απόψεις του Κονδύλη σχετικά με ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

ΡΙΧ. ΣΩΜΕΡΙΤΗΣ
Το εύκολο λογοπαίγνιο θα ήταν ότι αποκτήσαμε στρατηγό Κονδύλη τον νεότερο. Στο λογοπαίγνιο αυτό μας οδήγησε η προδημοσίευση, στο «Βήμα» της 9ης Νοεμβρίου, μεγάλου αποσπάσματος του επίμετρου στην ελληνική του έκδοση ενός έργου πολιτικής φιλοσοφίας του Παναγιώτη Κονδύλη, διανοουμένου και όχι καραβανά, για τη θεωρία του πολέμου που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1988. Το επίμετρο αυτό εξετάζει τις διάφορες παραμέτρους μιας υποθετικής ελληνοτουρκικής σύρραξης.

Σύμφωνα με τον Κλεμανσό, τον πολιτικό που οδήγησε τη Γαλλία στη νίκη του 1918, ο πόλεμος είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να τον εμπιστευτείς σε στρατηγούς. Τι θα έλεγε ο Κλεμανσό για τους πανεπιστημιακούς καθηγητές; Η απάντηση είναι δύσκολη διότι ο Κλεμανσό δεν πρόλαβε να διαβάσει Κονδύλη. Το πολύ να είχε διαβάσει Κλαούζεβιτς, τον θεωρητικό του πολέμου που τόσο αναστάτωσε με τη δόξα του, περισσότερο και από τους σπουδαστές των διαφόρων σχολών πολέμου, διαφόρους διανοουμένους και καθηγητές Πανεπιστημίου. Μερικοί από αυτούς θεωρούν καθήκον τους να προσθέτουν στο βιογραφικό τους και κάποιες ιδέες για το πώς σκοτώνεις επιτυχώς τους αντιπάλους σου. Ευτυχώς, τις ιδέες αυτές δεν τις πειραματίζονται ούτε και μέσα στα πανεπιστήμια. Δυστυχώς, εκτός πανεπιστημιακής θαλπωρής, οι ιδέες αυτές μπορούν όμως να επηρεάσουν όσους ήδη διακατέχονται από ανάλογες φαγούρες. Κοντολογίς, ο κ. Κονδύλης έρχεται με το πόνημά του να προσφέρει επιστημονική και μάλιστα (σύμφωνα με τις φήμες) προοδευτική κάλυψη σε όλους τους ελληνόψυχους καλαμαράδες της καθ’ ημάς Ανατολής.

Με δυο λόγια, η θέση του κ. Κονδύλη είναι η ακόλουθη: Η κατανομή του χώρου (συμπαγής γεωγραφικά Τουρκία, κατακερματισμένη Ελλάδα) δίνει στην Τουρκία προφανές στρατηγικό πλεονέκτημα. Αν μας χτυπήσει πρώτη, μπορεί να μας αποσπάσει κάτι, το μικρό ή το σημαντικό, αλλά πάντως το σχετικά απομονωμένο και συνεπώς ανυπεράσπιστο, διότι εμείς δεν μπορούμε να υπερασπίσουμε τα πάντα. Ετσι, η ελληνική πλευρά πρέπει να επιλέξει τα σημεία που είναι κομβικά για την άμυνα (στόχος κάθε πολέμου είναι η καταστροφή του κυρίου όγκου των αντιπάλων δυνάμεων) και ταυτόχρονα να επιδιώξει αυτοτελή εδαφικά κέρδη. Αυτά είναι λίγα: η Ιμβρος και η Τένεδος και περισσότερο ακόμη η Θράκη, δηλαδή τα ευρωπαϊκά τουρκικά εδάφη. Που πρέπει να πάρουμε αντιμετωπίζοντας το όποιο κόστος για να έχουμε αντάλλαγμα στις μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις.

Βεβαίως η χώρα μας πρέπει να καλύπτει με ικανή δύναμη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας για να είναι η άμυνά της αποτρεπτική. Αυτά όμως δεν αρκούν. Το κλειδί του πολέμου είναι ο αιφνιδιασμός. Ετσι, μπροστά στη γενικότερη πλεονεκτική θέση της Τουρκίας η ελληνική πλευρά δεν θα είχε σοβαρές πιθανότητες στρατιωτικής νίκης αν δεν έβρισκε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό. Δηλαδή επίθεση και μάλιστα αιφνίδια; Ναι και όχι, διότι, όπως μας εξηγεί ο καλός κ. Κονδύλης, που τον θαυμάζουν στη Γερμανία, το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας μακροπρόθεσμα ενισχύεται, ενώ της Ελλάδας μακροπρόθεσμα συρρικνώνεται· «συνεπώς» ο επιτιθέμενος με… «την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία». Ετσι, ακόμη κι αν εμείς εισβάλουμε σε τουρκικά εδάφη, ουφ, αναπνέουμε: οι κακοί παραμένουν οι άλλοι.

Ενα βιβλίο και μάλιστα πανεπιστημιακού επιπέδου δεν είναι Ζαχαράτος της παλιάς καλής εποχής, όταν διάφοροι επί τιμή έλυναν εκεί τα προβλήματά μας γευόμενοι τον βαρύ-γλυκύ τους. Και με δεδομένη τη διαρκή ελληνοτουρκική κρίση είναι βέβαιο ότι η κάθε λέξη και η κάθε ιδέα μπορούν να οδηγήσουν στα όσα δεν θα θέλαμε. Είναι επίσης γεγονός ότι στην εποχή μας αυτά που γράφουμε στην Αθήνα διαβάζονται και στην Αγκυρα και ναι μεν ο πρόεδρός μας θεωρεί ότι ο τουρκικός λαός δεν καταλαβαίνει από πολιτισμό (φαντάσου ο κ. Ντεμιρέλ να έλεγε κάτι το παρεμφερές για μας…) όμως οι τούρκοι στρατηγοί κάτι πρέπει να καταλαβαίνουν από στρατηγική. Ερώτημα: Θα περιμένουν να προχωρήσουμε στις τεράστιες στρατιωτικές παραγγελίες μας και στην επικράτηση των ιδεών του κ. Κονδύλη για να αντιδράσουν;

Αυτό όμως είναι επιχείρημα συγκυρίας: με ποια λογική και με ποια στοιχεία ο κ. Κονδύλης προδικάζει ότι το μόνο που μας περιμένει είναι ο πόλεμος με την Τουρκιά και ότι το καθήκον μας είναι πώς να τον χάσουμε με το μεγαλύτερο δυνατόν κόστος για τον αντίπαλο που, μας το υπογραμμίζει, έχει όλα τα στρατηγικά πλεονεκτήματα;

Η θεωρία του κ. Κονδύλη μάς προσφέρει πράγματι, και αυτό είναι κυριολεκτικά ανατριχιαστικό, τις πιο μελανές ιδέες: να επιτεθούμε πρώτοι, να χάσουμε χιλιάδες παιδιά και εθνικά εδάφη, να υποστεί η Κύπρος τραγικότερες ακόμη συνέπειες και όλα τούτα για να έχουμε επιχειρήματα σε μια μελλοντική μεταπολεμική διαπραγμάτευση. Γιατί όμως να μην αρχίσουμε από αυτήν με τα επιχειρήματα και τις δυνάμεις που έχουμε, χωρίς το βάρος μιας μερικής έστω ήττας; Πώς αντιμετωπίζονται τα μικροπροβλήματα της όποιας συντήρησης των δυνάμεών μας με όπλα και πυρομαχικά, προφανώς και με καύσιμα και ανταλλακτικά, όταν τα πάντα βρίσκονται στα χέρια ορισμένων δυνάμεων και, όσο ανεξάρτητοι αποφασίσουμε ότι θέλουμε να είμαστε, πολεμική βιομηχανία που να καλύπτει τις ανάγκες μας δεν μπορούμε να αποκτήσουμε μήτε να κατασκευάσουμε ανταλλακτικά ούτε και να βρούμε καύσιμα. Για να μην προσθέσουμε και τις επικοινωνίες…

Το να πεις «έλα, Τούρκε, να μιλήσουμε ειλικρινά, αν μας κάνεις πόλεμο τίποτε δεν θα κερδίσεις το ουσιώδες, θα χάσεις πολλά όπως και εμείς, που φυσικά τότε όλοι μας θα πολεμήσουμε» είναι κάτι το σχεδόν αυτονόητο και ως ένα βαθμό γίνεται με χίλιες αντιφάσεις και δυσκολίες, με κυριότερη αντίδραση τις εσωτερικές ιαχές, εδώ και απέναντι, των πολεμοκάπηλων που μάλλον βρήκαν τον θεωρητικό τους. Το να διδάσκεις όμως τα όσα διαβάσαμε με την υπογραφή Κονδύλης είναι μια άλλη συζήτηση με επιχειρήματα απίστευτης ελαφρότητας, εξωπραγματικά και σαφώς επικίνδυνα. Κυρίως που, στη συνέχεια της εργασίας του, ο κ. Κονδύλης λίγες ελπίδες αφήνει για τη χώρα, τους ανθρώπους της, το μέλλον, οικονομικό, πολιτικό, ευρωπαϊκό. Θεωρεί ότι ακόμη και με τη λύση τυχοδιωκτικής απελπισίας που έχει σαφώς την προτίμησή του (να χτυπήσουμε πρώτοι…) απαιτούνται θυσίες και αλλαγές που δεν διαφαίνονται στον ορίζοντα: τέτοια απελπισία, τέτοια εθνική νευροπάθεια. Ας ελπίσουμε πάντως ότι ο καλός διανοητής δεν θα βρεθεί αξιωματούχος της παλλαϊκής άμυνας σε συνοριακή περιοχή…

Το ΒΗΜΑ, 23/11/1997 , Σελ.: B04

*

Ο πόλεμος και τα «λεβέντικα γιουρούσια»

Ο Π. Κονδύλης απαντά στον Ρ. Σωμερίτη σχετικά με ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ | Κυριακή 30 Νοεμβρίου 1997

Στο λιβελογράφημα που μου αφιέρωσε ο Ρ. Σωμερίτης («Το Βήμα», 28.11) έκανε δύο ατοπήματα που ακόμη και στη ­ ραγδαία εξευρωπαϊζόμενη και πάντα βλαχοφέρνουσα ­ Ελλάδα μας θα έπρεπε να θεωρούνται βαρύτατα: παρεβίασε τον κώδικα τιμής των ευπρεπών συζητήσεων και μίλησε από καθέδρας για πράγματα για τα οποία δεν έχει την παραμικρή ιδέα. Τον ευχαριστώ ωστόσο γιατί με αποζημίωσε πλουσιοπάροχα κάνοντας και τον πικραμένο να γελάσει. Επειδή τα υφολογικά του επιτεύγματα τα απήλαυσαν, όπως μαθαίνω, πολλοί αναγνώστες, δεν χρειάζεται να τα σχολιάσω. Αλλά έχω την υποχρέωση απέναντι στο κοινό μας να αναλύσω λεπτομερέστερα τα ατοπήματά του.

1 Ο κώδικας τιμής σε μια συζήτηση επιβάλλει να αποδίδονται τα επιχειρήματα κάθε πλευράς χωρίς πλαστογραφίες και αφού καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για την κατανόησή τους και την ένταξή τους στο πλαίσιο όπου ανήκουν. Ο Ρ.Σ. στήριξε την πολεμική του σε μια ξεκομμένη προδημοσίευση («Το Βήμα», 9.11), όπου συνοψίζονται οι τέσσερις στρατηγικές προϋποθέσεις για μιαν ελληνική νίκη σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου. Η ανάλυση αυτή δεν λέει ότι η Ελλάδα οφείλει να κάνει πόλεμο, αλλά ΤΙ θα όφειλε να κάνει ΑΝ γινόταν πόλεμος. Προφανώς ο Ρ.Σ. δεν είναι σε θέση να κάνει τέτοιες λογικές διακρίσεις. Αλλά την επομένη κιόλας κυκλοφόρησε το βιβλίο μου «Θεωρία του Πολέμου», και όποιος ενδιαφέρεται να κατανοήσει και όχι να υβρίσει, θα μπορούσε να το ανοίξει και να διαβάσει τα συμφραζόμενα. Εδώ λέγεται σαφώς ότι τις στρατηγικές προϋποθέσεις μιας νίκης η Ελλάδα δεν τις συγκεντρώνει σήμερα και ότι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος θα οδηγούσε σε ελληνική συντριβή (τη λέξη «συντριβή» τη χρησιμοποιώ στη σ. 410). Παραθέτω προς χάριν του αναγνώστη την περικοπή που ακολουθεί αμέσως το κείμενο της προδημοσίευσης:

«Στα παραπάνω τέσσερα σημεία συνοψίσαμε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Ελλάδα θα μπορούσε να κερδίσει έναν πόλεμο εναντίον της Τουρκίας. Προσοχή: δεν λέμε ότι είναι σε θέση να το κάμει ή ότι θα το κάμει· λέμε μόνον ότι, ΑΝ το πετύχει, μπορεί να το πετύχει υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις και μόνο. Με τη σειρά τους, όμως, οι προϋποθέσεις αυτές προϋποθέτουν άλλα πράγματα, δηλαδή ορισμένο στρατιωτικό δυναμικό, ορισμένη δύναμη πυρός και ορισμένη δόμηση των ενόπλων δυνάμεων. Η τήρηση του κανόνα της συγκέντρωσης των δυνάμεων δεν έχει καμιάν αξία, όταν οι δυνάμεις σου είναι πενιχρές· και το πρώτο πλήγμα επίσης δεν αποφέρει μεγάλα κέρδη, όταν το καταφέρεις μ’ ένα κυνηγετικό όπλο ­ γι’ αυτό άλλωστε και η υπογράμμιση της στρατηγικής σημασίας του πρώτου πλήγματος διόλου δεν εμπεριέχει κάποιαν έμμεση παρότρυνση να ξεκινήσει κανείς πόλεμο απόλεβεντιά και στα καλά καθούμενα· σημαίνει μόνον ότι, ΑΝ ένας εμπόλεμοςδιαθέτει επαρκή μέσα για ένα καίριο πρώτο πλήγμα, πρέπει να τα χρησιμοποιήσει, εφ’ όσον θέλει να κερδίσει έναν πόλεμο με δεδομένες τις σύγχρονες και υπερσύγχρονες τεχνολογικές συνθήκες. Αφού λοιπόν οι στρατηγικές προϋποθέσεις της νίκης δεν είναι καν δυνατόν να συγκεντρωθούν αν δεν υφίσταται το απαραίτητο στρατιωτικό δυναμικό, τίθεται το ερώτημα σε ποιαν κατάσταση βρίσκεται σήμερα η ελληνική πλευρά… Στα ερωτήματα αυτά η απάντηση σήμερα είναι σαφής: η Ελλάδα δεν διαθέτει επαρκή μέσα αποτροπής, εάν ορίσουμε την αποτροπή ­ όπως οφείλουμε να την ορίσουμε ­ ως ικανότητα να καταφέρεις ένα καίριο πρώτο πλήγμα και να παραλύσεις για μακρό χρονικό διάστημα τον εχθρό» («Θεωρία του Πολέμου», σ. 398-399).

2 Ηδη το παράθεμα αυτό καταρρίπτει τη μομφή ότι προτρέπω σε πόλεμο εναντίον της Τουρκίας: πώς θα μπορούσα άλλωστε να το κάμω, όταν ο ίδιος προβλέπω ότι με τον σημερινό συσχετισμό δυνάμεων η Ελλάδα θα συντριβεί; Ο Ρ.Σ. άντλησε τη μομφή αυτή από τη συζήτησή μου για την αποφασιστική σημασία του πρώτου πλήγματος. Και ακριβώς στο σημείο αυτό καταφαίνεται η χονδροειδής του άγνοια σε ζητήματα στρατηγικής, η οποία δυστυχώς συνοδεύεται από την ανικανότητά του να καταλαβαίνει τι διαβάζει. Ας υπενθυμίσω πρώτα πρώτα ότι το πρόβλημα του πρώτου πλήγματος βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε στρατηγικής συζήτησης από την εποχή της εφεύρεσης των βαλλιστικών πυραύλων, ιδιαίτερα όμως από το 1967, όταν οι Ισραηλινοί, ακριβώς χάρη σ’ ένα αριστοτεχνικό πρώτο πλήγμα, κέρδισαν τον Πόλεμο των Εξι Ημερών. Η συζήτηση αυτή δεν διεξάγεται από πανεπιστημιακούς αργόσχολους, όπως φαντάζεται ο δημοσιογραφικώς πολυάσχολος Ρ.Σ., αλλά στα κέντρα λήψεως των ουσιαστικών πολιτικοστρατιωτικών αποφάσεων. Ισως ο Ρ.Σ. άκουσε μόλις τώρα να γίνεται λόγος για τέτοια πράγματα και γι’ αυτό τρόμαξε. Ας είναι όμως βέβαιος ότι το ζήτημα τούτο έχει εκ των πραγμάτων απόλυτη προτεραιότητα για τους στρατηγικούς σχεδιασμούς τόσο του τουρκικού όσο και του ελληνικού Γενικού Επιτελείου. Είναι βέβαια ευνόητο ότι αυτό ποτέ δεν μπορεί να δηλωθεί δημόσια από καμιά ηγεσία.

Καθώς διευκρινίζεται στο παραπάνω παράθεμα, το πρώτο πλήγμα δεν έχει καμία σχέση με λεβέντικα γιουρούσια. Είναι ζήτημα που το θέτει ­ δυστυχώς ­ η φύση των σύγχρονων οπλικών συστημάτων. Η δύναμη, η ακρίβεια και η ταχύτητα του πυρός έχουν αυξηθεί σε τέτοιον βαθμό, ώστε η εναρκτήρια φάση του πολέμου ­ σε αντίθεση με την αθώα εποχή του: «Οι κκ. Αγγλοι ας πυροβολήσουν πρώτοι» ­ έχει αποκτήσει καθοριστική σημασία, όπως πλέον γνωρίζει κάθε πρωτοετής μιας στρατιωτικής σχολής. Γιατί το πρώτο (μαζικό) πλήγμα στις πρώτες ώρες ενός εκτεχνικευμένου πολέμου σκοπεύει να αχρηστεύσει μεταξύ άλλων τα πληροφορικά και επικοινωνιακά κέντρα, χωρίς τα οποία η συνεκτική στρατηγική χρήση των νεότατων οπλικών συστημάτων είναι αδύνατη. Οποιος υποστεί στην εναρκτήρια φάση τέτοιες απώλειες, δεν έχει σοβαρές πιθανότητες ανάκαμψης. Ο Ρ.Σ. μας λέει ότι αν μας επιτεθούν πρώτοι οι Τούρκοι, τότε, και μόνον τότε, «εμείς θα πολεμήσουμε». Τον πληροφορώ ότι μερικές ώρες αφού η, ισχυρότατη σήμερα, τουρκική δύναμη πυρός καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα εναντίον των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, δεν θα υπάρχει κανείς και τίποτε για να πολεμήσει. Ετσι θα εκλείψει αυτόματα και ο παράγοντας με τον οποίο ο Ρ.Σ. νομίζει ότι θα εκφοβίσει τους Τούρκους: ότι ένας πόλεμος θα στοιχίσει και σ’ αυτούς μεγάλες απώλειες. Γιατί κεντρικός σκοπός του αποφασιστικού πρώτου πλήγματος είναι ακριβώς να ελαχιστοποιήσεις τις απώλειές σου. Ακριβώς όποιος θέλει να αποφύγει μεγάλες απώλειες καταφεύγει στο πρώτο πλήγμα. Και αν περιμένεις να το δεχθείς, είναι προτιμότερο, για να γλιτώνεις και τα περιττά έξοδα, τα στείλεις από τώρα τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες στα σπίτια τους.

3 Σημαίνουν όλα αυτά ότι η ελληνική πλευρά πρέπει να καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα χωρίς να υπάρχει casus belli; Κάθε άλλο. Σήμερα δεν μπορεί να το κάμει έτσι κι αλλιώς, γιατί δεν έχει τα μέσα. Αλλά ας υποθέσουμε ότι τα είχε. Στην περίπτωση αυτή θα όφειλε να καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα μόνο αν είχε πιεστικούς λόγους να πιστεύει ότι επίκειται ένα μαζικό πρώτο πλήγμα του εχθρού. Διότι ασφαλώς δεν είναι το κάθε θερμό επεισόδιο καταλύτης ενός γενικευμένου πολέμου ­ και η γενίκευση ενός τοπικού θερμού επεισοδίου είναι ανόητη, αν είσαι ο πιο αδύνατος, όπως έτσι κι αλλιώς θα είναι πάντοτε η Ελλάδα έναντι της Τουρκίας. Το αν επίκειται γενικός πόλεμος ή όχι είναι θέμα στάθμισης της συγκεκριμένης κατάστασης, και η στάθμιση αυτή απαιτεί ύψιστη ευαισθησία και ευθυκρισία. Γι’ αυτό άλλωστε η δουλειά της υπεύθυνης ηγεσίας σε κρίσιμες ώρες είναι τόσο δύσκολη ­ τόσο δυσκολότερη από την ανέξοδη δημοσιογραφική ρητορεία.

Οπως τονίζω στο βιβλίο μου, η δυνατότητα να καταφέρεις το πρώτο πλήγμα δεν είναι μέσο επίθεσης, αλλά (για την πιο αδύνατη Ελλάδα) μέσο αποτροπής. Για να χρησιμοποιήσω μια παρομοίωση: το πρώτο πλήγμα δεν είναι παρά η προσπάθεια να χτυπήσεις στον αέρα ένα χέρι που πάει να σε μαχαιρώσει (Αλήθεια: αν κάποιος ριχνόταν στον Ρ.Σ. με ένα μαχαίρι, αυτός θα αντιδρούσε προτού ή αφού δεχτεί τη μαχαιριά; Μήπως θα περίμενε να τη δεχτεί πρώτα, φοβούμενος ότι θα τον πουν πολεμοκάπηλο; Αλλά πώς θα ήξερε ότι, έχοντας δεχτεί τη μαχαιριά, θα διέθετε κατόπιν αρκετή δύναμη για να αμυνθεί;). Ο εχθρός αποτρέπεται μόνο όταν γνωρίζει ότι έχεις τη δυνατότητα αυτή, ενώ αν γνωρίζει ότι δεν την έχεις ­ όπως το γνωρίζει από καιρό η Τουρκία για μας ­ αυξάνει την πίεσή του όχι απλώς στο στρατιωτικό, αλλά και στο διπλωματικό πεδίο. Κανείς δεν είναι τόσο ανόητος ώστε να προτιμά τον πόλεμο από την ειρήνη. Αλλά υπάρχουν πολλοί ανόητοι που αρνούνται να δουν τη στενότατη συνάφεια ανάμεσα σε διπλωματική διευθέτηση και στρατιωτική αποτροπή. Τη φύση της τελευταίας δεν την καθορίζουν όμως οι επιθυμίες μας αλλά η φύση των σύγχρονων οπλικών συστημάτων, που υπακούουν στη λογική του πρώτου πλήγματος.

4 Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί κοινοτοπία για όποιον έχει έστω και στοιχειώδη εξοικείωση με τη σύγχρονη στρατηγική. Σε μια χώρα όπου αναγκάζεται να εξηγήσει κανείς κοινοτοπίες, το επίπεδο των συζητήσεων και των προβληματισμών είναι προφανώς πολύ χαμηλό. Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως μια μεγάλη και νηφάλια συζήτηση για προβλήματα στρατηγικής. Η έλλειψή της είναι μια πρόσθετη ένδειξη του αυχμηρού πνευματικού μας επαρχιωτισμού και της ανικανότητάς μας για πειθαρχημένη λογική σκέψη, που νομίζουμε ότι την ξεπερνάμε αναμασώντας κούφιες παρόλες ­ είτε εθνικιστικές είτε ειρηνιστικές και οικουμενιστικές. Το πλάτος και το βάθος των αντίστοιχων συζητήσεων στην Αγγλία, στη Γαλλία, στην Ιταλία (και ας αφήσουμε τις ΗΠΑ) θα έπρεπε να μας παραδειγματίσει. Και αυτό θα συνιστούσε ουσιώδη συμβολή τόσο στον «εξευρωπαϊσμό» όσο και στην ελεύθερη και αξιοπρεπή επιβίωσή μας.

Υ.Γ. Από τους πολλούς ονειδισμούς που μου απευθύνει ο Ρ.Σ. («στρατηγός Κονδύλης ο νεότερος», «θεωρητικός των πολεμοκαπήλων», «καθηγητής») σίγουρα δεν αξίζω τον χειρότερο ίσως απ’ όλους: δεν είμαι καθηγητής.

*

Περί Πολέμου και Κονδύλη

Ο Ριχ. Σωμερίτης ανταπαντά για τη λογική του «πρώτου πλήγματος» σε ενδεχόμενη σύρραξη με την Τουρκία

ΡΙΧ.ΣΩΜΕΡΙΤΗΣ | Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 1997

Είμαι φυσικά υποχρεωμένος να αναφερθώ ξανά στον κ. Κονδύλη, τόσο η απάντησή του στην κριτική που του άσκησα, και που χαρακτηρίζει «λιβελογράφημα» ενώ ο ίδιος αυτοδυσφημείται, είναι σε μερικά σημεία αποκαλυπτική και σε άλλα ανακριβής.

Διάβασα ­ και το γνωρίζει ­ ολόκληρο το «επίμετρο» του βιβλίου του. Το αναφέρω αυτό ρητά στο δημοσίευμά μου. Ποιος «κώδικας τιμής» του επιτρέπει να βεβαιώνει το αντίθετο; Οπως δεν τον γνωρίζω, θα μπορούσε να μου δώσει τα σχετικά βιβλιογραφικά στοιχεία;

Περί ήθους: θεώρησε ότι τον «έθιξα». Τα βάζει όμως συνολικά, βρίζοντάς την, με τη «ραγδαία εξευρωπαϊζόμενη και πάντα βλαχοφέρνουσα Ελλάδα», για το μέλλον της οποίας τόσο υποφέρει στη Γερμανία. Σε τι «φταίει» η έρημη για δικό μου «λάθος»; Ποιος «κώδικας τιμής» το επιτρέπει αυτό;

Επί της ουσίας: Το απόσπασμα που δημοσιεύθηκε στο «Βήμα» είναι αυτό που επέλεξε ο ίδιος μέσω του εκδότη του. Αναφέρεται στη βασική του επιλογή, που με τόσο πάθος υποστηρίζει και στην απάντησή του: ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος διότι η Τουρκία είναι επεκτατική· η γεωπολιτική μας θέση είναι κακή, συνεπώς πρέπει να επιτεθούμε πρώτοι. Στη συνέχεια, και όπως το σημείωσα,· θεωρεί ότι ακόμη και με τη λύση τυχοδιωκτικής απελπισίας που έχει σαφώς την προτίμησή του (να χτυπήσουμε πρώτοι…) απαιτούνται θυσίες και αλλαγές που δεν διαφαίνονται στον ορίζοντα: τέτοια απελπισία, τέτοια εθνική νευροπάθεια. Εφόσον σε αντίθεση με εμένα γνωρίζει ανάγνωση, αυτά πρέπει να τα διάβασε. Μου καταλογίζει συνεπώς ανύπαρκτη παραποίηση των απόψεών του. Να υποψιαστώ κάποιον εγωκεντρισμό ή έλλειψη εντιμότητας;

Μου προσάπτει χονδροειδή άγνοια για ζητήματα στρατηγικής. Στην ουσία βαφτίζει άγνοια την αυτονόητη καταδίκη από κάθε πολιτισμένο άνθρωπο της αρχής του προληπτικού επιθετικού πολέμου. Θαυμάζει το Ισραήλ του 1967. Αναφέρεται στον προβληματισμό που προκάλεσε η υπόθεση των βαλλιστικών πυραύλων στην Ευρώπη, που ήταν όμως ενταγμένοι στη στρατηγική ενός θερμοπυρηνικού πολέμου και τη διπλωματία αποτροπής του. Γιατί δεν αναφέρεται και στη χιτλερική στρατηγική του 1939; Δεν το γνωρίζω. Διαπιστώνω όμως ότι αναφέρεται στις αμυντικές δαπάνες μας. Θεωρεί και το νέο πρόγραμμα περίπου σαν «τίποτε». Απαιτεί την υποταγή του συνόλου της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας στην πολύπλευρη οργάνωση της άμυνας – επίθεσης. Θεωρεί όλους τους συμπατριώτες του «αφελείς». Αποδίδει τα πάντα στον «καταναλωτικό παρασιτισμό»· των άλλων φυσικά. Ολη του η σκέψη οδηγεί στο να μετατραπεί η Ελλάδα σε παράδεισο των εμπόρων όπλων, που κανονικά θα έπρεπε να τον ευλογούν. Και όλα τούτα με βάση το δόγμα, λες και δεν υπάρχει ανάμεσα σε πολλά άλλα και το γαλλο/γερμανικό προηγούμενο, ότι η Τουρκία είναι ανεπανόρθωτα επεκτατική, ότι οι Τούρκοι, Τούρκοι είναι και Τούρκοι θα παραμείνουν, ότι όλοι την Τουρκία στηρίζουν και εμάς κανείς. Με συνέπεια, μόνη μας ελπίδα, να είναι «μια ισχυρή εθνικιστική και επεκτατική Ρωσία (που) θα μπορούσε να αποτελέσει δραστικό φραγμό των τουρκικών φιλοδοξιών στα Βαλκάνια». Δηλαδή η Ρωσία που ονειρεύεται ο Ζιρινόφσκι. Ακουσε ποτέ ο κ. Κονδύλης τι σημαίνει και για μας πανσλαβισμός; Και τι θα εσήμαινε για τους Ρώσους ένα καθεστώς Ζιρινόφσκι;

Θα παραλείψω πολλά από το «επιστημονικό» παραλήρημά του (μεταξύ άλλων, τα περί μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων δημογραφικών και οικονομικών εξελίξεων) και θα σημειώσω μόνο τα εξής: «Πράγματι, γράφει (σελ. 410-411), το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση (σ.σ.: έτσι το αποφάσισε!) και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή (επίσης έτσι το αποφάσισε!). Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι δεν διαθέτει τα κότσια. Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους ­ ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξάγουν έναν πόλεμο».

Ολα τούτα ο κ. Κονδύλης τα θεωρεί επιστημονικά, μη «δημοσιογραφικά» (α, πα, πα, η κακιά λέξη)… και μη λιβελογραφικά. Να πιστέψουμε ότι θα μπορούσε να προτείνει και «σατιρική» εκπομπή στην τηλεόραση;

Τέλος, θα υπενθυμίσω στον παντογνώστη και εθνικώς ανησυχούντα συγγραφέα, που ήδη απέσπασε τους επαίνους του κ. Στέλιου Παπαθεμελή (και συγγνώμη στους καθηγητές που τον ανέφερα σαν συνάδελφό τους, αν και για να τους μισεί τόσο πρέπει κάποτε να τον πλήγωσαν…) ότι το 1974 το μέγα σχέδιο της Χούντας του Ιωαννίδη ήταν, σε συνδυασμό με το πραξικόπημα στην Κύπρο και την τουρκική απόβαση, να επιτεθούν στη Θράκη και να φτάσουν στην Πόλη. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά.

   *

Πολεμοκάπηλοι και αερολογούντες «εθνικιστές»

Ο Π. Κονδύλης ανταπαντά στον Ρ. Σωμερίτη για τη στρατηγική αναγκαιότητα του πρώτου πλήγματος σε ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ | Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 1997

Η ενασχόληση με τα γραφόμενα του Ρ. Σωμερίτη δεν θα άξιζε τον κόπο αν αυτά δεν αποτύπωναν κατά τρόπο τυπικό μια πνευματική σύγχυση διάχυτη σήμερα στον τόπο μας, προπαντός σε κύκλους «προοδευτικών» διανοουμένων, και μιαν αντίστοιχη τάση φυγής μπροστά σε πραγματικότητες αμείλικτες. Αν η ωραιολογία δεν μπορεί να σβήσει τις πραγματικότητες αυτές, πολύ λιγότερο μπορεί να τις επικαλύψει η υβρεολογία του Ρ.Σ. Αν ανταπαντώ, το κάνω αποκλειστικά με την ελπίδα ότι οι παρατηρήσεις μου θα βοηθήσουν όχι τον ίδιο αλλά τους σκεπτόμενους αναγνώστες.

Ο Ρ.Σ. («Το Βήμα», 7.12) επιμένει στην πλαστογράφηση των απόψεών μου και στην παραβίαση του κώδικα τιμής των ευπρεπών συζητήσεων όταν ­ παρά τις αναλυτικές διευκρινίσεις μου («Το Βήμα», 30.11) και χωρίς να υπεισέρχεται σε αυτές ­ εξακολουθεί να ταυτίζει τη στρατηγική αναγκαιότητα του πρώτου πλήγματος με την προτροπή προς επιθετικό πόλεμο. Επαναλαμβάνω: το πρώτο πλήγμα το καταφέρει ο αμυνόμενος όταν ήδη υφίσταται ο casus belli και όταν ήδη επίκειται άμεσα η επίθεση της εχθρικής πλευράς. Και επαναλαμβάνω επίσης το ερώτημα που, όπως και τόσα άλλα, άφησε αναπάντητο ο Ρ.Σ.: Αν κάποιος του ριχνόταν με ένα μαχαίρι, αυτός θα αντιδρούσε προτού ή αφού δεχθεί τη μαχαιριά; Καθώς ο Ρ.Σ. δεν έχει την παραμικρή ιδέα σε ζητήματα στρατηγικής (είναι τόσο ανίδεος ώστε χαρακτηρίζει τους πυραύλους που ανέπτυξε το ΝΑΤΟ στην Ευρώπη το 1984 ως «βαλλιστικούς»!!!), καταφεύγει προς αντιστάθμιση της αγνοίας του σε συκοφαντικά υπονοούμενα, παρομοιάζοντας τη στρατηγική του πρώτου πλήγματος με τους πολέμους του Χίτλερ. Ο Χίτλερ όμως δεν αμύνθηκε με ένα πρώτο πλήγμα εναντίον δυνάμεων που απειλούσαν τη Γερμανία, αλλά έκανε ο ίδιος επιθετικό πόλεμο. Τον ρόλο του Χίτλερ ­ αν επιτρέπονται εδώ οι παραλληλισμοί ­ δεν τον παίζει η Ελλάδα αλλά η Τουρκία. Μήπως ο κ. Τσοχατζόπουλος, που ορθά το επεσήμανε αυτό, είναι κατά τον Ρ.Σ. πολεμοκάπηλος;

2Για δεύτερη φορά ο Ρ.Σ. πλαστογραφεί τις απόψεις μου όταν λέει ότι θεωρώ τον πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αναπόφευκτο. Κάθε άλλο. Οι αναλύσεις μου υποδεικνύουν τι θα όφειλε να κάμει η ελληνική πλευρά ΑΝ γινόταν πόλεμος, διόλου δεν ισχυρίζονται ότι ΘΑ γίνει πόλεμος. Κάθε Γενικό Επιτελείο ­ και το ελληνικό ­ έχει στα συρτάρια του σχέδια πολέμου. Σημαίνει αυτό ότι θεωρεί τον πόλεμο επιθυμητό ή αναπόδραστο; Κατά την εκτίμησή μου, η πιθανότερη εξέλιξη στο προβλεπτό μέλλον δεν είναι ο πόλεμος αλλά η περαιτέρω γεωπολιτική συρρίκνωση της Ελλάδας και η βαθμιαία μετατροπή της σε γεωπολιτικό δορυφόρο της Τουρκίας (με τη βοήθεια των ΗΠΑ και της «Ευρώπης»). Η πρόβλεψή μου αυτή αιτιολογείται λεπτομερώς στο βιβλίο μου «Θεωρία του Πολέμου».

3Για τρίτη φορά ο Ρ.Σ. πλαστογραφεί τις απόψεις μου λέγοντας ότι θεωρώ τον πόλεμο αναπότρεπτο επειδή «οι Τούρκοι παραμένουν Τούρκοι». Στο κείμενο, που ισχυρίζεται ότι διάβασε ο Ρ.Σ., τονίζεται επανειλημμένα ότι η διαμάχη Ελλάδας και Τουρκίας δεν έχει καμία σχέση με φυλετικούς και πολιτισμικούς παράγοντες ­ όπως διατείνονται αερολογούντες έλληνες «εθνικιστές» ­ αλλά οφείλεται αποκλειστικά στη συνεχή διεύρυνση της διαφοράς ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό των δύο χωρών. Ρητά και συχνά επικρίνω όσους στηρίζουν την πολιτική τους επιχειρηματολογία στη θέση ότι η Τουρκία είναι «οθωμανική», «βάρβαρη» κλπ. Οι εθνικιστικές συμπάθειες και αντιπάθειες μου είναι τόσο ξένες ώστε δεν διστάζω να πω καθαρά ότι οι ρόλοι του επιτιθεμένου και του αμυνομένου θα αντιστρέφονταν αν ο ισχυρότερος και συνεχώς ισχυροποιούμενος δεν ήταν η Τουρκία παρά η Ελλάδα («Θεωρία του Πολέμου», σ. 398).

4 Ο Ρ.Σ. μού προσάπτει ότι υπερασπίζω τα προγράμματα των εξοπλισμών και επομένως τους εμπόρους όπλων κλπ. Ο ίδιος όμως δήλωσε («Το Βήμα», 23.11) ότι, αν οι Τούρκοι επιτεθούν, τότε «όλοι μας θα πολεμήσουμε». Τον ερωτώ: Με ποια όπλα προτίθεται να πολεμήσει; Με ανεπαρκή και απαρχαιωμένα; Οποιος τάσσεται εναντίον του εκσυγχρονισμού των ενόπλων δυνάμεων ουσιαστικά ζητεί την κατάργησή τους. Γιατί είτε ανεπαρκή οπλισμό έχει ένας στρατός είτε μια χώρα είναι άοπλη, πρακτικά σημαίνει το ίδιο πράγμα. Αφού ο Ρ.Σ. δεν μπορεί να καταλάβει όσα γράφω εγώ, ας διάβαζε τουλάχιστον όσα σαφέστατα έγραψε σε παραπλήσια στήλη ο κ. Πλωρίτης για το ζήτημα των εξοπλισμών («Το Βήμα», 7.12). Απ’ όσα γνωρίζω, ο κ. Πλωρίτης δεν είναι ούτε σοβινιστής ούτε έμπορος όπλων. Είναι όμως προφανέστατα κατά πολύ οξυδερκέστερος του Ρ.Σ.

5Ως αδιάσειστο επιχείρημα για τον «εθνικιστικό» χαρακτήρα των θέσεών μου ο Ρ.Σ. αναφέρει ότι τις επιδοκίμασε ο κ. Παπαθεμελής. Εχω την αίσθηση ότι το εγκώμιο του κ. Παπαθεμελή δεν θα ήταν τόσο ανεπιφύλακτο αν υπεισερχόταν στα όσα γράφω για τα κεφαλαιώδη σφάλματα των «εθνικιστών» στον χειρισμό του Μακεδονικού. Αν τα διάβασε αυτά και, παρά τη διαφωνία του μαζί μου, επαινεί το βιβλίο μου, οφείλω να του αναγνωρίσω πνευματική ανωτερότητα και ιπποτισμό που ασφαλώς στερείται ο Ρ.Σ. Και αν ο Ρ.Σ. μού ζητεί να βγάλω τα συμπεράσματά μου από το γεγονός ότι με επαινεί ο κ. Παπαθεμελής, από την πλευρά μου του ζητώ να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα από τον τρόπο με τον οποίο ο αθηναϊκός Τύπος σχολίασε την αντιπαράθεση Σωμερίτη – Κονδύλη. Παραθέτω κατά χρονολογική σειρά: «Η υψηλή ποιότητα του βιβλίου δεν προσφέρεται βεβαίως για αστειάκια και ευτελή ειρωνικά σχόλια από την πλευρά εκείνων που (δικαίωμά τους) μπορεί να διαφωνούν με το πνεύμα με το οποίο ο Π. Κονδύλης προσεγγίζει το θέμα του. Το βιβλίο μπορεί να αντιμετωπισθεί έτσι μόνο από εκείνους που είναι παγιδευμένοι σε δογματικές απόψεις ή από εκείνους που προχειρολογούν εξ ανάγκης μη έχοντας τη δυνατότητα να αναπτύξουν ουσιαστικά επιχειρήματα απέναντι σε μια σοβαρή εργασία, το βάρος της οποίας τους ξεπερνά κατά πολύ» («Η Καθημερινή», 27.11). «Ψύλλος εναντίον ελέφαντα, βέβαια, αλλά μια και τα εκδοτικά ήθη επιβάλλουν απάντηση, ο κ. Ρ. Σωμερίτης μάλλον θα μπορέσει να προσθέσει στο βιογραφικό του ότι έτυχε της προσοχής του Παναγιώτη Κονδύλη» («Το Παρόν», 30.11). «Ο Παναγιώτης Κονδύλης, καίριος και δηκτικός, αποφλοιώνει και κεραυνοβολεί. Ε, κάποτε έρχεται ο καιρός και αποδίδεται πραγματικά, δίχως ψιμύθια και φήμη δανεική, το πρόσωπο όλων ημών των δημοσιολογούντων» («Ελευθεροτυπία», 1.12).

Το άχαρο αυτό θέμα κλείνει εδώ. Ελπίζω τώρα να ανοίξει μια γονιμότερη συζήτηση. Αν η αναζήτηση μιας νηφάλιας εθνικής στρατηγικής καταπνιγεί από παροξυσμούς εθνικιστικής ή ειρηνιστικής υστερίας, τότε σίγουρα το μέλλον του τόπου μας δεν προδιαγράφεται ευοίωνο.

 *

Ο Ριχ. Σωμερίτης απαντά για τρίτη (και τελευταία) φορά στον Π. Κονδύλη σχετικά με ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

Τι θα θυσιάσουμε στον βωμό της πολεμικής μηχανής;

ΡΙΧ. ΣΩΜΕΡΙΤΗΣ | Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 1997

Είμαι ηθικά υποχρεωμένος για τρίτη και ύστατη φορά να αναφερθώ στον κ. Κονδύλη. Αρχίζω με μια υπενθύμιση. Σύμφωνα με αυτόν (που κάποιος τον χαρακτήρισε «νηφάλιο»!!) «το σημερινό δίλημμα (της χώρας) είναι αντικειμενικά και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη (με την Τουρκία) σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή». Γιατί; Ουσιαστικά, διότι έτσι το αποφάσισε. Με απόλυτο τρόπο για την ειρήνη. Με λιγότερο απόλυτο για τον πόλεμο: η καθυπόταξη των πάντων στις πολεμικές δαπάνες διαμέσου μιας οικονομίας που θα τις εξυπηρετούσε και συνεπώς η κατάργηση του «καταναλωτικού ευδαιμονισμού» θα επέτρεπε ίσως τη σωτηρία. Γεωπολιτικά η Τουρκία υπερτερεί από κάθε άποψη. Μας απομένει η προετοιμασία της δυνατότητας του «πρώτου πλήγματος» και των «κερδών» που αποφέρει, γνωρίζοντας ότι πρέπει να θυσιάσουμε τότε σημαντικά εδάφη (νησιά και ενδεχομένως την Κύπρο) για να εξασφαλίσουμε όμως εδαφικά ανταλλάγματα στην Τουρκία και καταστρέφοντας σε σημαντικό βαθμό τον κεντρικό όγκο της πολεμικής μηχανής του εχθρού. Ομως, τα χάλια μας είναι τέτοια (λαού και ηγεσίας) που σύμφωνα με τον κ. Κονδύλη «βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας».

Οποιος δεν συμμερίζεται αυτές τις «υπεύθυνες», «επιστημονικές» και «σοβαρές» απόψεις, είναι κατά τον κ. Κονδύλη αγράμματος και αφελής. Εξάλλου, όπως το σημείωσε, η Ελλάδα είναι «βλαχοφέρνουσα» γενικώς. Η υποψία ότι ευθύνη σημαίνει να γράφεις πράγματα που αν είχες εξουσία θα μπορούσες να προωθήσεις δεν φαίνεται να τον αγγίζει. Προφανώς, ο αυτονόητος αυτός κανόνας δεν περιλαμβάνεται στους «κώδικες» που κατασκευάζει και αναφέρει όταν δεν έχει άλλο επιχείρημα, μεταξύ μιας βρισιάς και μιας έκφρασης επηρμένης εγωπάθειας. Ποιος όμως θα ψήφιζε Κονδύλη αν ζητούσε εξουσία για να προωθήσει τις προτάσεις του, γνωρίζοντας ότι, με δέλεαρ ένα στοίχημα που μπορεί να χαθεί, οδηγούν σε πένθη, καταστροφές και χαμένες πατρίδες αποσπασμένες από τον σημερινό εθνικό γεωγραφικό κορμό;

Οταν ο θαυμάσιος επιστήμονας προσπαθεί να εξηγήσει τα ανεξήγητα περί πρώτου πλήγματος που δεν είναι επίθεση αλλά άμυνα, χρησιμοποιεί για να πείσει παραδείγματα υποκόσμου που φαίνεται ότι γνωρίζει αλλά που προσωπικά δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να με απασχολήσουν: αν κάποιος μου ριχνόταν με ένα μαχαίρι, τι θα έκανα· δεν θα χτύπαγα πρώτος; Προσθέτει τα περί «casus belli», προφανώς … αυτοκαθοριζόμενο ή τα περί «επικείμενης επίθεσης» (σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες;) οπότε προλαβαίνεις και χτυπάς πρώτος και να που το πρώτο σου πλήγμα δεν είναι επίθεση είναι άμυνα. Υπενθύμιση, διότι προφανώς δεν το θυμάται ο κ. «ειδικός»: Το κόλπο το έπαιξε και ο Χίτλερ.

2. Ισχυρίζεται (και ένας – δυο τον πίστεψαν διαβάζοντας την ξεκάρφωτη και στη συνέχεια ανατρεπόμενη παράθεση κειμένου που περιέλαβε στην πρώτη απάντησή του) ότι «πλαστογραφώ τις απόψεις του» όταν λέω ότι θεωρεί τον ελληνοτουρκικό πόλεμο αναπόφευκτο. Την απάντηση την ανθολογώ από τον μπαχτσέ του: «ο επιτιθέμενος με την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία» (σελ. 398)· «Στη συγκαιρινή μας Τουρκία δεν υπάρχει η παραμικρή σοβαρή ένδειξη ότι τμήματα του λαού αποδοκιμάζουν με οποιονδήποτε τρόπο την εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεών τους, και ιδιαίτερα στο Αιγαίο και την Κύπρο» (σελ. 406)· «Στη σημερινή Τουρκία δρουν αχαλίνωτες στοιχειακές δυνάμεις, που ωθούν τις εσωτερικές αντιφάσεις προς επέκταση» (σελ 386)· «Βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματικότητα οι (σ.σ.: Ελληνες) εθνικιστές που πιστεύουν ότι η αντίθεση Τουρκίας Ελλάδας είναι αγεφύρωτη…» (σελ. 404). Φτάνουν αυτά;

3. Κάθε αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει τα εξής: ότι, κακώς ίσως, δεν χρησιμοποίησα ούτε μία φορά, για τον κ. Κονδύλη, τη λέξη «εθνικιστής»· ότι σχετικά με τις αμυντικές δαπάνες σημείωσα ότι θεωρεί και το νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα ανεπαρκές και όχι ότι δεν πρέπει να υπάρχει εκσυγχρονισμός των ενόπλων δυνάμεων· ότι φρόντισε να μην αναφέρει τα ονόματα αυτών που τον επαίνεσαν σε ορισμένες εφημερίδες (ντρέπεται; και πώς αντιδρά τώρα στα νεότερα αρνητικά γι’ αυτόν δημοσιεύματα μεταξύ άλλων της «Αυγής» και της «Ελευθεροτυπίας»;)· ότι δεν απαντά σε κανένα από τα βασικά επιχειρήματα· ότι τα κείμενά μου, επιθετικά όσο και τα δικά του, δεν περιλαμβάνουν βρισιές σε πλήρη αντίθεση με τα δικά του (αλλά εφόσον ξέρει για μαχαιροβγάλτες, τίποτε το περίεργο…)· και κυρίως, ότι ο άνθρωπος αυτός, για λόγους που τον αφορούν, προσπαθεί με πάθος να πείσει ότι δεν έγραψε τα όσα έγραψε αλλά, ταυτοχρόνως, ότι τα όσα έγραψε είναι σωστά.

 

Συμπέρασμα: κατάλαβα γιατί βρίσκεται εκτός Πανεπιστημίου. Ετσι, τελεία και παύλα…

—————————————————————————————————————————————————-

Άρθρα & Δοκίμια του Παναγιώτη Ήφαιστου

για τον Παν. Κονδύλη

(Καθηγητής, Διεθνείς Σχέσεις-Στρατηγικές Σπουδές, 

Πανεπιστήμιο Πειραιά, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών)

17.11.2007  Κάποιες σκληρές αλήθειες περί Κονδύλη, κοινωνικών επιστημών και τα ενδότερα της πανεπιστημιακής Ιερουσαλήμ

Αναρτημένο στην διεύθυνση http://www.ifestos.edu.gr/44.htm

Κατ’ αρχάς, πρέπει να κάνω ξεκάθαρο ότι εκτιμώ πως ο Παναγιώτης Κονδύλης δεν χρειάζεται εμένα ή κάποιον άλλον για να τον αναδείξει και πολύ περισσότερο να τον στηρίξει. Το πνευματικό του οικοδόμημα είναι γερά θεμελιωμένο, στέρεο και βάση για ορθολογιστική επιστημονική ανάπτυξη. Ούτε χρειάζεται να υπενθυμίσω ότι υποστήριξα διαφορετική άποψη για την θέση της ηθικής στην διεθνή πολιτική, ζήτημα που επεξεργάζομαι και για το οποίο θα επανέλθω με την ευκαιρία της 5ης επανέκδοσης του βιβλίου μου Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης. Εδώ θα καταπιαστώ με το γεγονός πως πολλοί θεωρούν τα κείμενα του Κονδύλη «δυσκολονόητα» και «πολύπλοκα»:

Πρώτον, η σφαίρα του πνεύματος είναι εξ αντικειμένου «ταξικής υφής». Υπάρχουν ανώτερες βαθμίδες και χαμηλότερες βαθμίδες πνευματικής καλλιέργειας, πνευματικού κάλλους, πνευματικής καθαρότητας και πνευματικού έργου ηθικοπρακτικά χρήσιμου. Έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι θα συνεχίσει να είναι. Κράτη πάνε και έρχονται, λαοί ανθίζουν ή πεθαίνουν, αλλά κάποιοι στοχασμοί και κάποιες ερμηνείες της ανθρώπινης κατάστασης δεν σχετίζονται με εποχές, περιοχές και χώρες. Σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία η πνευματική στάθμη μιας χώρας, ή και παγκοσμίως,  φθίνει και εκφυλλίζεται όταν τα σκουπίδια σερβίρονται στο πιάτο και όταν παραμερίζονται στοχασμοί βαθύτερης και οικουμενικής εμβέλειας. Βασικά, για να παραφράσω τον Καβάφη του οποίου παραθέτω απόσπασμα από το «το πρώτο σκαλί» στην αρχή αυτής της σελίδας, «εις την ιδεών την πόλι όταν πολιτογραφούνται με ευκολία όλοι, και όταν πληθώρα βρίσκεις νομοθέτας που δημιουργούν κερκόπορτες σε τυχοδιώχτες», ο πνευματικός και πολιτικός μαρασμός είναι μοιραίος.

Δεύτερον, εύκολη γνώση δεν υπάρχει, ούτε βεβαίως επιφοίτηση ή γνώση-μάννα εξ ουρανού. Ή παλεύεις και μαθαίνεις ή μένεις στο πνευματικό σκότος, στο οποίο ζουν πάρα πολλά άτομα. Παραδόξως, όμως, το βαθύ σκοτάδι και κυρίως οι θεμελιώδεις συγχύσεις και οι αντικειμενικές συμπεριφορές είναι κύριο χαρακτηριστικό του λεγόμενου πνευματικού χώρου, ιδιαίτερα των κοινωνικών επιστημών.

Τρίτον, οι προαναφερθείσες «τάξεις» στον κόσμο του πνεύματος δεν είναι συμβατικές, δηλαδή δεν συναρτώνται με την κατοχή πόρων και πλούτου ή την κοινωνική θέση του καθενός. Το αντίθετο: όποιος επενδύει σε γνώση και πνευματική καλλιέργεια δεν κατέχει πλούτο (ή καλύτερα εξ ορισμού είναι σχεδόν πάντοτε φτωχός και μόνο συμπτωματικά πλούσιος: κάποιος γάμος, κάποια κληρονομιά ή κάποιο λαχείο). Ιδιαίτερα στον χώρο των λεγόμενων κοινωνικών επιστημών, η πνευματική ανωτερότητα δεν συναρτάται με ακαδημαϊκές μεταμφιέσεις και πανεπιστημιακά διπλώματα. Οι «μορφωμένοι» και οι πνευματικά καλλιεργημένοι, εξάλλου, σπανίζουν στα ακαδημαϊκά και πολιτικά παρασκήνια ή στις Γενικές Συνελεύσεις των Πανεπιστημίων, ενώ αφθονούν στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο της παραγωγής, της ταπεινής ανωνυμίας και των αυτοδημιούργητων φιλοσόφων της ζωής. Στον τελευταίο, βρίσκονται και οι περισσότεροι των οποίων η πνευματική καλλιέργεια είναι τρόπος ζωής και που αποτελούν τακτικούς θαμώνες βιβλιοπωλείων και βιβλιοθηκών.

Τέταρτον, ιδιαίτερα στον συνδικαλιστικό χώρο των ακαδημαϊκών, οι υψηλότερες βαθμίδες πνευματικών επιδόσεων δεν είναι πάντοτε αρεστές και συμπαθείς: Αντίθετα, προσελκύουν φθόνο, σύνδρομα αντιπάθειας και κεκαλυμμένο ζηλότυπο θαυμασμό. Αυτά τα ελαττώματα εξωτερικεύεται ως δηλητήριο, ύβρεις και χαρακτηρισμοί. Όσο πιο ανισόρροποι είναι οι δράστες τέτοιων ελαττωμάτων τόσο μεγαλύτερα είναι (αυτά τα ελαττώματά τους), ενώ συχνά δειλία και ελλειμματική αυτοπεποίθηση περιορίζει πολλούς δράστες σε μουρμουρητά, δολοφονικά υπονοούμενα και συνδηλώσεις προσαρμογής στην εκάστοτε πολιτικά ισχυρή τάση. Όπως γράφω και αλλού, η πιο ωμή εφαρμογή του αμείλικτου πορίσματος του Κονδύλη [«Η έσχατη πραγματικότητα συνίσταται από υπάρξεις, άτομα ή ομάδες που αγωνίζονται για την αυτοσυντήρησή τους και μαζί αναγκαστικά, για τη διεύρυνση της ισχύος τους. Γι’ αυτό συναντώνται ως φίλοι ή ως εχθροί και αλλάζουν φίλους και εχθρούς ανάλογα με τις ανάγκες του αγώνα για την αυτοσυντήρησή τους και τη διεύρυνση της ισχύος τους» (1991, σ. 213)] βρίσκει σχεδόν πλήρη εφαρμογή στον Ακαδημαϊκό χώρο. Για να το θέσω διαφορετικά, ενώ εάν το «περί εχθρών και φίλων» πόρισμα του Κονδύλη ειδωθεί υπό το πρίσμα του κοινωνικοπολιτικού βίου ή των διακρατικών σχέσεων μετριάζεται η πρέπει να μετριάζεται από τις πολιτικές κατακτήσεις και τα Πολιτικά γεγονότα που ενσαρκώνουν αυτές τις κατακτήσεις, ο ακαδημαϊκός χώρος στον οποίο η κοινωνία παρέχει το προνόμιο της ακαδημαϊκής ελευθερίας (της εξαίρεσης δηλαδή της κρίσης των μελών του από τους κοινωνικοπολιτικούς ελέγχους και ο οποίος πρέπει να διέπεται από κώδικες δεοντολογίας και πολιτισμού υψηλών προδιαγραφών, ο νόμος της φιλίας και της εχθρότητας βρίσκει την πιο ωμή εφαρμογή του.

Πέμπτον, η μεγαλύτερη αντιπάθεια (κατά των ανώτερων πνευματικών σφαιρών), αναπτύσσεται όχι στον χώρο των αγραμμάτων και των πνευματικά καθυστερημένων αλλά στον χώρο των ημιμαθών. Οι τελευταίοι, είναι λαθρομετανάστες του πνεύματος, και, όσο περίεργο και αντιφατικό και αν φαντάζει, ενδημούν στους χώρους των λεγόμενων κοινωνικών επιστημών. Είτε γιατί δεν μπορούν είτε γιατί σκοπός τους είναι τίτλοι, θέσεις και «απτά συμφέροντα», μισούν θανάσιμα κάθε τάση γνήσιας πνευματικής ανύψωσης. Μισούν επίσης και τον «απλό» άνθρωπο γιατί η τετράγωνη πολιτική λογική του και τα ένστικτά του χαλούν την σούπα πολλών ανόητων, αντικοινωνικών και ηθικοπρακτικά άχρηστων θεωρημάτων στην αναμετάδοση των οποίων πολλοί επιδίδονται. Επειδή συνήθως αριθμητικά υπερτερούν συγκροτούν συνδικαλιστικά κινήματα (για παράδειγμα, ακούμε, για «κοινότητες διανοουμένων», «σχολές σκέψης» ή «πανεπιστημιακές κοινότητες»), που κύρια αποστολή έχουν να βάλλουν κατά όσων κατορθώνουν να ανέβουν στις ανώτερες πνευματικές σφαίρες ή κατά όσων αγωνίζονται να το επιτύχουν. Ο λόγος είναι απλός: Πνεύματα όπως ο Κονδύλης, για παράδειγμα, εξηγούν τι είναι τα προβλήματα του κόσμου. Αντίθετα, δικός τους μακάβριος ρόλος, οφειλόμενος σε χίλιους τουλάχιστον λόγους, είναι να δημιουργούν και να καλλιεργούν προβλήματα. Τους τελευταίους αιώνες, για παράδειγμα, στην μια πλευρά βρίσκονται διανοούμενοι που αενάως συγκρούονται σε ένα αδιέξοδο κυκεώνα πολέμων όλων εναντίον όλων και από στην άλλη πλευρά βρίσκονται κοινωνίες που διαρκώς θεμελιώνουν τον πνευματικό και αισθητό τους κόσμο παλεύοντας για εθνική ανεξαρτησία και εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία. Κτίζουν και σμιλεύουν «τον δικό τους κόσμο» που είναι συμβατός με τα πνευματικά και αισθητά τους χαρακτηριστικά (κοινωνικοοντολογικό γεγονός που γεννά, εξάλλου, τον Πολιτειακό κατακερματισμό του κόσμου και εμποδίζει την πραγμάτωση των πολιτικά διεστραμμένων εξισωτικών διεθνιστικών και κοσμοπολίτικων ιδεολογημάτων για μια παγκόσμια πολιτική ενότητα (που μόνο γενοκτονικά μπορεί να γίνει και που σε ένα κόσμο κοινωνικοοντολογικά θεμελιωμένο αν πραγματωθεί μόνο δυναστικά μπορεί να συντηρηθεί). Μια προσεκτικότερη θέαση στον κόσμο των ιδεολόγων, φιλοσόφων και θεωρητικών κάνει αμέσως ορατό το γεγονός πως κύριο ιστορικό τους έργο είναι –σ’ αντίθεση με την βαθύτερη θέληση των υποκείμενων κοινωνιών να αφεθούν ήσυχες να απολαμβάνουν την συλλογική ετερότητά τους υπό συνθήκες συλλογικής ελευθερίας (δηλαδή εθνικής ανεξαρτησίας)– να παρεμβαίνουν στρατευμένα εξυπηρετώντας ποικίλες εκατέρωθεν αξιώσεις στην παλαίστρα των ηγεμονικών ανταγωνισμών [Το γεγονός ότι «εχθροί και φίλοι» σ’ αυτό τον αγώνα εναλλάσσονται διαρκώς δεν είναι τυχαίο. Είναι σύμφυτο με τον χαρακτήρα των προβλημάτων που δημιουργούν οι ηγεμονικοί ανταγωνισμοί στην επιδίωξή τους για την μια ή την άλλη παγκόσμια ενότητα – Ενότητα η οποία, για να παραφράσω τον Κονδύλη, αν και κατά καιρούς διαφορετικού περιεχομένου είναι πάντοτε μορφικά πανομοιότυπη, δηλαδή δυναστική, εξισωτική και κατεξουσιαστική].

Έκτον, χαρακτηριστικές είναι και οι βαριές κατηγορίες κατά του Κονδύλη για … φασισμό που γράφτηκαν από πνευματικούς νάνους –οι περισσότεροι εκ τους ασφαλούς μιας και δεν θα πάρουν απάντηση, δεδομένου ότι ο μεγάλος τους εχθρός είναι νεκρός, αν και για να ακριβολογούμε μάλλον ουδέποτε θα είχε ασχοληθεί μαζί τους– στην πρώτη του πατρίδα (η δεύτερη είναι η Γερμανία). Αν και μόνο ως κακόγουστο αστείο μπορεί κανείς να το ισχυριστεί (όχι γιατί ο Κονδύλης είναι «καλός» ή «κακός» αλλά γιατί το απαγορεύει η αυστηρή, συνεπής και πειθαρχημένη επιστημολογία του) στεκόμαστε στο εξής: Το ακατανίκητο τεκμήριο για τον «φασισμό του» είναι γιατί, λένε οι νάνοι μετάφρασε … τον Carl Schmitt. Εκτός του ότι μόνο ένα κακεντρεχές ή ένα καχεκτικό μυαλό θα μπορούσε να ισοπεδώσει την μεγάλη συνεισφορά του Carl Schmitt στην πολιτική θεωρία, η κατωτερότητα των πολεμοχαρών αντικονδύλειδων στρατιωτών φαίνεται και από το γεγονός πως παρέκαμψαν την θεωρητική κριτική και διαφοροποίηση του Κονδύλη στο «Επίμετρο» της μεταφρασμένου έργου (Πολιτική Θεολογία).

Έβδομον, ειδικά όσον αφορά τον Κονδύλη –του οποίου η ιδιοφυής «ειρωνεία» κατά των ηλιθίων και κουτοπόνηρων είναι πραγματικά απολαυστική, ανώτερης στοχαστικής στάθμης και σχεδόν ποιητική–, το ζήτημα δεν είναι το γεγονός ότι όντως γράφει σύνθετα, πολύπλοκα και πυκνά. Ακόμη και ένας στοιχειωδώς νοήμων και μορφωμένος μπορεί, νομίζω, να τον κατανοήσει. Το πρόβλημα για τις ασθενείς ψυχές και τους ημιμαθείς ή τους παρείσακτους του πνεύματος που αναίτια τον εξυβρίζουν, ιδιαίτερα μετά τον θάνατό του και εκ του ασφαλούς, είναι ότι μάλλον είτε δεν θέλουν να τον κατανοήσουν είτε ενοχλεί και αποσταθεροποιεί κάθε αυθαίρετη κοσμοπλαστική αντίληψη του κοινωνικού επιστήμονα. Η αξιολογικά ελεύθερη κονδύλεια θεωρία θέλει μόνο να περιγράψει τον κόσμο όχι να τον ανατρέψει ή να τον φτιάξει καθ’ εικόνα και ομοίωσή του: α) Να περιγράψει το γεγονός της πνευματικής και αισθητής ετερότητας κάθε οντότητας ή την «τυπική λογική», όπως την ονομάζει, β) να περιγράψει τον δυναμικό και αστάθμητο χαρακτήρα των σχέσεών τους, γ) να εκφράσει εκτιμήσεις αντικειμενικού κύρους για τα προβλήματά τους και δ) να οδηγήσει συνειρμικά στην συζήτηση περί κοινωνίας, ανθρώπου και πολιτικής στο φυσικό του πλαίσιο, δηλαδή το Πολιτικό γεγονός. Στηλιτεύοντας τους κοσμοπλάστες, σημειώνει το αυτονόητο, ότι δηλαδή ανώτερη επιστήμη «είναι στην πράξη όχι εκείνη που λύνει τα προβλήματα (σημείωση: ποιος είναι ο μεμονωμένος και εξ ορισμού εξωπολιτικός «κοινωνικός επιστήμονας που θα πει στους ανθρώπους πως θα ζουν;), αλλά εκείνη που προσδιορίζει ποια είναι τα προβλήματα. Aπό τον προσδιορισμό αυτό συνάγεται ο ορισμός και η αξία της εμπειρίας, άρα και η απόφαση ως προς το εάν μια υπόθεση έχει υποστεί επιτυχώς τη βάσανο του εμπειρικού ελέγχου» (1994α, σ. 177). Οι  αποφάσεις στο ηθικοπρακτικό πεδίο, ακριβώς, ανήκουν στα μέλη της κοινωνίας και όχι σε κάποιο μεγαλομανή κοσμοπλάστη εξωπολιτικών εργαστηρίων (ακαδημαϊκούς χώρους, τους λέμε στις μέρες μας, στο εσωτερικό των οποίων αναπτύσσονται δραστηριότητες οι οποίες διαστρέφουν την κλασική έννοια του όρου «ακαδημαϊκός», η οποία όταν καθιερώθηκε σήμαινε βαθυστόχαστη σκέψη, ασκητική πνευματική δουλειά, προσκόλληση σε πάγιους κώδικες δεοντολογίας και αξιολογικά ελεύθερη καλλιέργεια της γνώσης).

Όγδοο, έργα που εξ αντικειμένου ανήκουν σε υψηλές πνευματικές σφαίρες όπως το σύνολο σχεδόν των έργων του Παναγιώτη Κονδύλη, ασφυκτιούν αν τις οριοθετήσεις χωροταξιακά, αν τις κρίνεις συγκυριακά και αν τα περιορίσεις μέσα στα καλούπια των αναγκών για πάλη στην καθημερινή πολιτική διαμάχη. Πασίδηλα, πάντως, για τον Κονδύλη αυτό το ζήτημα του ήταν παντελώς αδιάφορο. Μειδιούσε, ακριβώς, ειρωνικά για αυτά τα φαινόμενα (και όσοι δεν τον γνώρισαν από κοντά βλέπουν αυτή την αρμόζουσα και δεοντολογικά σωστή περιφρονητική ειρωνεία σε πολλές ευφυέστατες διατυπώσεις των αναλύσεών του). Ο άνθρωπος και στοχαστής Παναγιώτης Κονδύλης δεν ήθελε να χαϊδέψει τα αυτιά αλλά μόνο να παράγει γνώση εδραιωμένη πάνω σε στέρεες θεμελιώσεις. Χαρακτηριστικά, όταν τον ρώτησαν πως θα χαρακτήριζε τον εαυτό του (ιστορικό, φιλόσοφο, κτλ) απάντησε με σιγουριά: «Το πως χαρακτηρίζει κανείς τον εαυτό του ή το πως θέλει να χαρακτηρίζεται από τους άλλους είναι δευτερεύον και συχνά τυχαίο. Πάνω από όλα ενδιαφέρει το τι λέει και αν έχει κάτι να πει. Στο πλαίσιο της επιστημονικής μου δραστηριότητας είμαι ένας παρατηρητής των ανθρωπίνων πραγμάτων. Ένας αναλυτής της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα σε συγκεκριμένες καταστάσεις» (Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης (Νεφέλη, Αθήνα 1998) σ. 9.

Ένατο, αναφορικά με κάποιες παρατηρήσεις που προηγήθηκαν, είναι χρήσιμο να διευκρινιστεί πως δεν θεωρώ ότι ειδικά ο «απλός» άνθρωπος είναι σε πνευματικό σκοτάδι ή ότι εξ ορισμού συμβαίνει κάτι τέτοιο απλά και μόνο επειδή δεν έτυχε να πάει σε σχολεία και πανεπιστήμια. Τα πιο ουσιώδη της ανθρώπινης κατάστασης είναι συνήθως πασίγνωστα στους «απλούς ανθρώπους» και άγνωστα στους λεγόμενους «μορφωμένους». Κάτι αντίστοιχο έγραψα στο κεφάλαιο 11 (τίτλος κεφαλαίου: «Η ευτυχία να είσαι απλός πολίτης και η εθνική στρατηγική της Ελλάδας»), σε σύντομη μονογραφική παρέμβασή μου (Η εξωελληνική νοοτροπία και τα αίτιά της(Εκδόσεις Ποιότητα 1997) με αποτέλεσμα να γίνω αντικείμενο ολοσέλιδων επιθέσεων από τους ετοιμοπόλεμους εκτελεστές των στρατευμένων επιφυλλίδων («βιβλιοκριτικών» ή άλλων). Η εναντίον μου κατηγορία πριν μια περίπου δεκαετία ήταν: «Είναι λαϊκισμός να πεις ότι ο «απλός άνθρωπος», έστω και αν κατά καιρούς άγεται και φέρεται ή παραμυθιάζεται, κατά βάθος και στο τέλος ξέρει τι είναι το συμφέρον του, ξέρει τι είναι η ελευθερία του και πως την διαφυλάττει, ξέρει ποιος είναι εχθρός ή φίλος και ξέρει ποιος τον απειλεί Υπαρξιακά».

Δέκατο, συναφή με τα πιο πάνω, επίσης, είναι η άποψή μου που εκφράζω συχνά, ότι δηλαδή όσοι έστω και στοιχειωδώς κατανόησαν το τι σημαίνει «κοινωνικές επιστήμες» στις μέρες μας, έχουν χρέος να στηλιτεύσουν και να προειδοποιήσουν ότι το σύστημα έχει πλέον διαφθαρεί πνευματικά και πως αυτό είναι ανεπανόρθωτο. Ασφαλώς, αναφέρομαι στις κοινωνικές επιστήμες ευρύτερα σε όλο τον κόσμο και όχι στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα, το φαινόμενο όπως σε όλες τις εξαρτημένες χώρες είναι εντονότερο και βαθύτερο. Έτσι απλά αυξάνεται ο αριθμός όσων βιομηχανικά αναμασούν την παρακμή – γιατί αυτό είναι προσοδοφόρο: Τιμητικοί τίτλοι που τους επιτρέπουν να κορδώνουν, προνομιακές σχέσεις με ξένες πρεσβείες, προσοδοφόρα ταξίδια αναψυχής μεταμφιεσμένα ως «συνέδρια», εθνικές, υπερεθνικές και διακρατικές (και συχνά διεθνικές, πχ «σορικές») κοινωνικοπολιτικές αναρριχήσεις κτλ. κτλ.

Τέλος, επειδή όπως ήδη γράφτηκε το επιστημονικά σωστό δεν είναι κατ’ ανάγκη το αριθμητικά σωστό ας πούμε τι εγώ αντιλαμβάνομαι για τον Παναγιώτη Κονδύλη. Επειδή πολύ έγκαιρα είχε το προνόμιο και την ευτυχία να καταλάβει κάποια πράγματα, έγραψε την συμβατική σοφία στα παλαιότερα των υποδημάτων του (και πολύ καλά έκανε). Αυτό που εκτιμώ ότι πρωτίστως κατάλαβε από την αρχή την πνευματικής του σταδιοδρομίας είναι κυρίως τα εξής:

α) Ότι η κοινωνικοντολογική ανάπτυξη είναι αυτοδύναμη, ότι υπακούει στους δικούς της ανθρώπινους και όχι κάποιους εξωγήινους ή φανταστικούς νόμους. Βασικά, στο Ισχύς και απόφαση, που αποτελεί κομβικό στοχαστικό έργο της σύντομης αλλά σημαντικής του σταδιοδρομίας, κατέγραψε τις θεμελιώδεις νομοτέλειες της κοινωνικοοντολογικής ανάπτυξης των συλλογικοτήτων και εμμέσως πλην σαφώς υπαινίχθηκε –κάτι που κάνει σε άλλα έργα πιο ρητά– ότι κύριο αίτιο των περισσότερων παρεκτροπών και διαστροφών της συλλογικής ανθρώπινης οντολογίας είναι οι λεγόμενοι κοινωνικοί επιστήμονες. Δεν πρόκειται για θέση που υποστηρίζει ότι όλοι πρέπει να μηδενιστούν αλλά ότι, δυστυχώς, στον χώρο των «στοχαστών» υπάρχουν ποιοτικές βαθμίδες. Υπήρχε και συνεχίζει να υπάρχει μια μεγάλη μάζα που αεροβατεί ή νεφελοβατεί και ακόμη μια μεγαλύτερη μάζα που ενώ ανέντιμα ισχυρίζεται πως υπηρετεί δεοντολογίες, θεωρίες και υψηλούς επιστημονικούς ή «ιδεαλιστικούς» δήθεν σκοπούς, αυτό που πραγματικά κάνει είναι να προκαλεί ανορθολογικές εισροές στο κοινωνικοντολογικό γίγνεσθαι. Εισροές μάλιστα που προκαλούν εξωπολιτικά άτομα που είτε νεφελοβατούν και υπερίπτανται των κοινωνιών είτε ακόμη χειρότερα κατέρχονται στα εγκόσμια όχι για να συμμετέχουν τίμια στην πολιτική διαμάχη αλλά για να εξαπατήσουν το κοινωνικό σύνολο για τον πραγματικό τους ρόλο. Πράγματι, εξαπατούν τις κοινωνίες όταν πολιτικές τους θέσεις ή θέσεις αυτών που ωφελούνται με το να τις υπηρετούν ενδύονται μανδύες κίβδηλης επιστημονικής εγκυρότητας εξυπηρετικούς πολεμικών αναγκών της πολιτικής διαμάχης. Δεν πρόκειται μόνο για μια αυθαίρετη επέμβαση κάποιου που η δεοντολογία επιτάσσει να παραμένει στο εσωτερικό του ασύλου της ακαδημαϊκής ελευθερίας και να υπηρετεί πιστά την αντικειμενική περιγραφή των αισθητών και των πνευματικών φαινομένων, αλλά και για αναρμόδια εξωπολιτική παρέμβαση βαθύτατων συνεπειών ενός εξ αντικειμένου ούτως ή άλλως προβληματικού ιστορικοπολιτικού γίγνεσθαι.

β) Ο Κονδύλης κατάλαβε έγκαιρα, επιπλέον ότι οι ποικιλόμορφα μεταμφιεσμένες κατεξουσιαστικές αξιώσεις επικαλούνται οικουμενίστικες «αξίες» γενικής εφαρμογής (οι λεγόμενοι διεθνισμοί, κοσμοπολιτισμοί, λειτουργισμοί κτλ) που εμποδίζουν, όπως αναφέρθηκε μόλις, την ούτως ή άλλως προβληματική κοινωνικοοντολογική σταθεροποίηση των συλλογικών οντοτήτων. Ο συνδυασμός των μεγάλων αιτιών πολέμου όπως η άνιση ανάπτυξη και των μεγάλων πνευματικών διαστροφών βάλλουν κατά του πυρήνα που αποτελεί και το θεμέλιο της σταθερότητας και της δικαιοσύνης: Την τυπική λογική κάθε κοινωνικοντολογικά θεμελιωμένης συλλογικότητας: Την κοσμοθεωρία της, τις σφυρηλατημένες στον χρόνο και στον χώρο συλλογικές κοσμοεικόνες, το αξιακό σύστημα, τα κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένα ηθικοκανονιστικά εποικοδομήματα, τις ιδεολογίες της και στο σύνολό τους τα πνευματικά και αισθητά ερείσματα των κοινωνιών.

δ) Ο Κονδύλης στην αφετηρία της στοχαστικής του ζωής φαίνεται ότι κατάλαβε, επιπλέον, ότι ιστορικοπολιτικά κάθε ξεχωριστή συλλογική οντότητα είναι κοινωνικοοντολογικά προικισμένη με μοναδική και ανεπανάληπτη ετερότητα σ’ όλο το φάσμα των κοσμοθεωρητικών, ηθικών και ιδεολογικών διαμορφώσεων. Όσοι κατανοούν το βάθος των προεκτάσεων αυτής της θέσης αντιλαμβάνονται αμέσως ότι η πλανητική κοινωνική εξίσωση του κόσμου και η κοινωνικοπολιτική ενοποίησή του δεν είναι εφικτή. Αυτή η υπογράμμισή μας, μάλλον  λογικά αυτονόητη για τον κοινό νου, δεν είναι εν τούτοις κατανοητή για μυριάδες κοσμοπλάστες στον ευρύ χώρο των φιλοσόφων, των «οικουμενιστών», των «ιδεαλιστών», των διεθνιστών και των κοσμοπολιτών. Όλοι μαζί και ο καθένας με τον δικό τους αυθαίρετο τρόπο και ενάντια στην πασίδηλη κοινωνικοντολογική θεμελίωση των συλλογικών οντοτήτων που συντελείται ερήμην τους, επιχειρούν να αποδυναμώσουν, να αποδομήσουν και ει δυνατό να εξομοιώσουν κοινωνικά και πολιτικά τον πλανήτη. Ανεξαρτήτως προθέσεων του εκάστοτε κράχτη της παγκόσμιας ενότητας, όλοι γνωρίζουμε ότι ιστορικά έχουμε όχι μόνο ένα μεγάλο νεκροταφείο αποτυχημένων ιδεών αλλά και πολλές ανθρώπινες εκατόμβες.

ε) Έχοντας λοιπόν καταλάβει όλα αυτά εξαρχής, φαίνεται ότι ο Κονδύλης θεώρησε σωστό –μιας και έτσι η επιστημολογία του και η στοχαστική του δεοντολογία αυτό επέβαλλε– να αποτελέσει εξαίρεση:  Ταπεινά και αξιολογικά ελεύθερα να μην εμπλέκεται στους ανόητους πολιτικούς αγώνες ή στις συνήθεις φιλοσοφικές διαμάχες αλλά να αφοσιωθεί σε περιγραφή τόσο της φύσης του πυρήνα μέσα στον οποίο γεννιέται και αναπτύσσονται η αισθητή-πνευματική ζωή, η κοσμοθεωρητική, ιδεολογική και ηθική συλλογική λογική κάθε οντότητας, καθώς επίσης και σε περιγραφή της δυναμικής των σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ των οντοτήτων. Οντοτήτων μάλιστα που γεννούνται και αναπτύσσονται σε ένα κόσμο που είναι, και μάλλον επί μακρόν θα συνεχίσει να είναι πλήρης μεγάλων και ενδεχομένως ανυπέρβλητων προβλημάτων. Είναι λογικό λοιπόν ότι, όσοι έχουν θέσει ως σκοπό της ζωής τους να μεταμφιέζονται ακαδημαϊκά για να κρύβουν ότι αυτό που πραγματικά κάνουν, δηλαδή, όπως υποστηρίχθηκε πιο πάνω να συμμετέχουν στην πολιτική διαμάχη όχι ως μέλη του Πολιτικού γεγονότος αλλά ως αυθαίρετοι εξωπολιτικοί δρώντες. Εδώ ασφαλώς δεν αποκλείουμε θεμιτές επιστημονικές και επιστημολογικές διαφοροποιήσεις ή διαφωνίες με τον Κονδύλη μιας και υπάρχουν αρκετές τέτοιες (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι δικές μου). Το ζήτημα που θέτω είναι διαφορετικό: Περιπατητές και αναρριχητές της Πανεπιστημιακής Ιερουσαλήμ που θέλουν να μην διαταράσσεται η μεταμφιεσμένη με κίβδηλους ακαδημαϊκούς μανδύες αυθαίρετη εξωπολιτική επέμβασή τους στα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα, βλέπουν στοχαστές όπως τον Κονδύλη με δέος, θρασυδειλία, μεροληψία, κομπλεξισμό και σχεδόν προγραμματικά με ασυγκάλυπτη εχθρότητα. Ο Κονδύλης απλά μειδιούσε για αυτή την εχθρότητα: Την δουλειά τους, κάνουν, θα έλεγε, μιας και προσποιούμενοι ότι είναι αμερόπλητοι στοχαστές αυτό που θέλουν ή που σε κάθε περίπτωση κάνουν είναι να εξυπηρετούν πολεμικές ανάγκες της πολιτικής διαμάχης.

Τι άλλο να πει τώρα, εκεί υψηλά που βρίσκεται (και δεν εννοώ τον ουρανό αλλά τις πνευματικές επιδόσεις), ένας Κονδύλης, απευθυνόμενος σ’ ένα ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένο σπιθαμιαίου χαρακτήρα στρατιωτάκη των κατεξουσιαστικών αξιώσεων που δονκιχωτικά και μεγαλόστομα «επικαλείται άρθρα πίστεως και θεωρίες» για να εξυπηρετήσει τις πιο ανορθολογικές, αστείες και πάντοτε καταστροφικές αξιώσεις: Την αποδόμηση των κοινωνιών στο όνομα της ειρήνης, την πνευματική εκκένωση διαμορφωμένων συλλογικών οντοτήτων στο όνομα λειτουργικών ιδεολογημάτων γενικής δήθεν και μάλιστα οικουμενικής εφαρμογής, τον εκχυδαϊσμό πάγιων ανθρωπολογικών παραγόντων στο όνομα οικονομιστικών θεωρημάτων για να στηρίξουν την μια ή την άλλη (διεστραμμένη) ενδοκρατική ή διακρατική πολιτική τάξη, την καταστολή της ανθρώπινης ελευθερίας στο όνομα της … μεταεθνικής εποχής (τα κατά καιρούς «σχέδια Αναν» στην διεθνή πολιτική), κτλ κτλ. Μειδιά σαρδόνια γνωρίζοντας ότι καλά στέκεται εκεί πάνω και ότι από κάτω σ’ ένα εξ αντικειμένου προβληματικό κόσμο τα στρατιωτάκια που ανέντιμα μεταμφιέζονται επιστημονικά «την δουλειά τους κάνουν». Το πρόβλημα που σ’ αντίθεση με τον Κονδύλη μερικοί αργήσαμε να το κατανοήσουμε (mea culpa γι’ αυτό) είναι ότι σ’ ένα λεγόμενο «ακαδημαϊκό κόσμο» που εξ αντικειμένου είναι ανίατα κατακλυσμένος με επιστημονικά μεταμφιεσμένους προπαγανδιστές του χείριστου είδους δεν μπορείς να κάνεις πνευματική δουλειά παρά μόνον αν τους περιφρονήσεις (τόσο για να απελευθερώσεις χρόνο όσο και για να μην επηρεάζεται η ηρεμία σου). Ούτως ή άλλως, ακόμη και αν δεν τους περιφρονήσεις δεν θα μπορέσεις να αποδώσεις γιατί θα είσαι ξένο μέλος σε ένα σώμα επιστρατευμένο στους ιδεολογικούς, συμμαχικούς, παραταξιακούς και άλλους αγώνες που κύριο μακάβρια αποστολή έχουν να εξυπηρετούν συμφέροντα ξένα προς αυτά των υποκείμενων κοινωνιών. Και αν είσαι ξένο σώμα εύκολα η αριθμητική πλειονότητα των μελών του αναμενόμενα σε βλέπου εχθρικά και το μόνο που θα ήθελαν είναι την εξόντωσή σου (δηλαδή να σε υποχρεώσουν να αναλωθείς μαζί τους και ή σε αγώνες επιβίωσης). Μια διέξοδος βεβαίως είναι αυτή του Κονδύλη: Να αποφασίσει κανείς να τους περιφρονήσεις, να τους εγκαταλείψεις στο έλεός τους και να αφοσιωθείς ήρεμα και νηφάλια στην καλλιέργεια της επιστήμης εκτός πανεπιστημίων. Κανείς βεβαίως πρέπει να σκέφτεται τόσο τα λεφτά των ανυποψίαστων πολιτών που δεσμεύονται σε ονομαζόμενα Τμήματα Κοινωνικών Επιστημών όσο και τους ανυποψίαστους φοιτητές που συχνά παγιδεύονται σε αυτά.

*

*

Δείτε τον Μουμπάρακ (Αίγυπτος, μέχρι πρόσφατα…) χεράκι-χεράκι με τον Κλίντον…

Τότε τους άρεσε… Ήταν καλός… Μετά «χάλασε»…

*

*

του Παναγιώτη Ήφαιστου

για τον Παν. Κονδύλη

Παναγιώτης Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21 Αιώνα, Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000 (Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2000).

Λίγους σοφούς έχει να επιδείξει η ιστορία των ιδεών. Σοφούς, με την έννοια της κατά το ανθρωπίνως δυνατό ολιστικής, πυκνής, βαθιάς, πλατιάς γνώσης και της διαυγούς και κατασταλαγμένης σκέψης. Για δύο τουλάχιστον λόγους ο Παναγιώτης Κονδύλης ανήκει σ’ αυτή την ολιγάριθμη ομάδα. Αν και είχα την τύχη να τον συναντήσω τρις μόνο φορές, οι καταδύσεις μου στις βαθυστόχαστες αναλύσεις του, μου επιτρέπουν, νομίζω, να πω τα εξής.

Πρώτον, σ’ αντίθεση με πολλούς άλλους συμβατικά επιφανείς στοχαστές που καθημερινά εκτίθενται και αυτοεξευτελίζονται, ο Κονδύλης δεν ήταν ψυχικά ασθενής, γεγονός που του επέτρεψε να μην εκτροχιαστεί πνευματικά και να διαφυλάξει έτσι την υστεροφημία του. Τόσο από τις εντυπώσεις που αποκόμισα στις τρις μόνο συναντήσεις μας όσο και στα κείμενά του διακρίνω μια σχεδόν απόλυτη στοχαστική και πνευματική ισορροπία, ένα πανίσχυρο χαρακτήρα, μια ήρεμη πνευματική δύναμη και μια στιβαρή διάνοια. Οι θέσεις του είναι θετικές, αληθινές και σχεδόν πάντοτε εύκολα επαληθεύονται από την καθημερινή διϋποκειμενική εμπειρία. Όταν ενίοτε είναι δεικτικός και είρων είναι απόλυτα δικαιολογημένο, μιας και όπως φαίνεται η πνευματική ανωτερότητά του τον οδηγούσε στην περιφρόνηση της ηλιθιότητας, της προπέτειας και της ευτέλειας. Σ’ αντίθεση με πάρα πολλούς άλλους (ουσιαστικά την πλειονότητα των λεγόμενων κοινωνικών επιστημόνων) η εισροή ιστορικής γνώσης, νοημάτων και ιδεών δεν τον αποσταθεροποίησαν ψυχικά και πνευματικά. Κυρίως δεν τον έκαναν να «καβαλήσει το καλάμι» και να διολισθήσει σε φασιστοειδείς θέσεις και ιδέες. Φασιστοειδείς, με την έννοια της ιδεοληπτικής και προπετούς αξίωσης ότι οι αρρωστημένες γνώμες και οι θεσμοί που επινοούν κάποιοι ιδιώτες μπορούν να προτάσσονται της κοινωνικής βούλησης. Φασιστοειδείς επίσης, με την έννοια των μεταφυσικά προσδιορισμένων κριτηρίων που οδηγούν στην κάθε είδους πολιτική ιδεολογία που περιφρονεί τις οντολογικά θεμελιωμένες κοινωνικές ενώσεις και τον τρόπο ζωής του συλλογικού κατ’ αλήθειαν βίου τους. Ποταμοί ημιμαθών και φαντασιόπληκτων αντιλήψεων οδηγούν πολλούς στο να πιστέψουν πως οι γνώμες τους μπορούν να προτάσσονται των κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένων ηθικών κριτηρίων και πως οι δική τους αντίληψη για τις πρέπουσες ηθικοκανονιστικές δομές και τους θεσμούς μπορεί να υπερτερεί των ιθαγενών του κοινωνικού σώματος. Για να το θέσουμε διαφορετικά, όσες επιφυλάξεις και αν έχει κάποιος για τον Πλάτωνα, και ο Κονδύλης αν και αναγνώριζε τις προδιαγραφές της πλατωνικής σκέψης έθετε αρκετά και ουσιώδη ερωτήματα, ένα αναρίθμητο πλήθος πρωταθλητών ηλιθιότητας εκτροχιάζονται με το να νομίζουν ότι είναι «μικροί Πλάτωνες».  Ούτε ίχνος τέτοιας προπέτειας δεν βρίσκει κανείς στον Κονδύλη. Το ότι ελάχιστοι από τους λεγόμενους κοινωνικούς επιστήμονες έχουν τέτοια χαρίσματα, είναι μια άλλη υπόθεση. Παραμένει γεγονός, όμως, ότι οι κοινωνίες αντί να αφεθούν να λειτουργήσουν ελεύθερα και αυτοδύναμα, πλήθος ιεραποστόλων που αυτοχρίζονται κοινωνικοί επιστήμονες προκαλούν ποταμούς πολιτικού ανορθολογισμού στα κοινωνικοπολιτικά συστήματα. Οι κοινωνίες δεν αφήνονται ήσυχες να επιλέξουν τις συμβατές με την ετερότητά τους ηθικοκανονιστικές δομές: Αυτοί ξέρουν καλύτερα. Μετά τα κάθε λογής διεθνιστικά και κοσμοπολίτικα παραληρήματα των τελευταίων δεκαετιών, πάντως, η πιο πρόσφατη τραυματική ελληνική εμπειρία αφορά την αξίωση κάποιων φορέων συμβατικών επιστημονικών τίτλων που θέλουν να «διαχειριστούν» τις πηγές για να διατυπώσουν τερατώδεις ιστοριούλες συμβατές με τον αβυσσαλέα υποκειμενικό ψυχισμό τους και τα συμφέροντα αυτών που τους χρηματοδοτούν (βλ. http://www.ifestos.edu.gr/59.htm).

Δεύτερον, ο Κονδύλης, ακριβώς, κατάφερε άφθαστα επίπεδα περιγραφικής ανάλυσης. Μόνο μια καλή περιγραφή των κινητήριων και διαμορφωτικών πνευματικών και αισθητών κριτηρίων των ανθρωπίνων σχέσεων επιτρέπει στην κάθε ενδιαφερόμενη ατομική ή συλλογική οντότητα να καταλήξει στα δικά της συμπεράσματα για τα προβλήματά της, για τις ιδιότητες των άλλων ατομικών ή συλλογικών οντοτήτων και για την πορεία των ανθρώπων και του κόσμου. Είναι αλήθεια ότι ο Κονδύλης δεν μίλησε πολύ για το Πολιτικό γεγονός –ίσως δεν πρόλαβε– αλλά, λογικά, όλοι οι αναγνώστες του οδηγούνται αναπόδραστα σε ουσιαστικά και σημαντικά συμπεράσματα γι’ αυτό. Βασικά, αριστουργήματα εφάμιλλα των έργων του Κονδύλη μας πρόσφεραν ελάχιστοι και κυρίως ο Θουκυδίδης.

Αυτά σκεφτόμουν καθώς διάβαζα το βιβλίο Από τον 20ο στον 21 Αιώνα (Εκδόσεις Θεμέλιο 1998), το οποίο, αν δεν κάνω λάθος, ήταν η τελευταία μονογραφία πριν τον θάνατό του. Για κάποιους περίεργους λόγους δεν το μελέτησα παρά μόνο αρχές του 2007. Επειδή συμπυκνώνει πολλές αρετές της κονδύλειας γραφής θα ήθελα να καταθέσω συντομογραφικά μερικές μόνο επισημάνσεις:

Πρώτον, ίσως είναι το σημαντικότερο διεθνολογικό κείμενο που έχω διαβάσει ποτέ για την πορεία του συγχρόνου διεθνούς συστήματος.

Δεύτερον, ίσως είναι το καλύτερο κείμενο πολιτικής φιλοσοφίας διεθνών σχέσεων που έχω διαβάσει ποτέ. Όπως σε όλα ανεξαιρέτως τα κείμενά του, η βάσιμη αυτοπεποίθησή και οι επιστημολογικές του επιλογές επέτρεψαν ακλόνητα και αξιολογικά ελεύθερα πορίσματα. Αιτιολογημένα, κορυφώνεται η απόλυτη περιφρόνησή του για την συμβατική σκέψη και τις κάθε λογής ύβρεις που αυτή παράγει. Έχοντας αποφασίσει να μείνει μακριά από χώρους που όχι σπάνια μετατρέπονται σε «πνευματικά χοιροστάσια» –χαρακτηριστικά, όταν του υπέδειξα ότι θα μπορούσε να στοχεύσει μια πανεπιστημιακή έδρα, μειδίασε ειρωνικά, διατυπώνοντας σκέψεις που θα αναφέρω σε άλλη περίπτωση– αφοσιώθηκε ασκητικά στην πνευματική του αποστολή. Μια τέτοια στάση πλην ελαχίστων εξαιρέσεων είναι σχεδόν άγνωστη στον ελληνικό πανεπιστημιακό χώρο και ενδεχομένως ευρύτερα. Υιοθετώντας αυτή την στάση ζωής ο Κονδύλης είχε πλέον το πλεονέκτημα να μην εμπλέκεται σε ανόητες διαμάχες για τα αυτονόητα (μια μόνο φορά το έκανε και μετανόησε, γιατί γνωστός εξτρεμιστής επιφυλλίδων κυριακάτικου εντύπου τον λοιδόρησε αδίστακτα). Μπορούσε έτσι να περιφρονεί απέραντα την ευτέλεια, την μικρότητα και την μικρόνοια αυτών που εργολαβικά ρυπαίνουν τις κοινωνικές επιστήμες, τις επιφυλλίδες και γενικότερα τον επιστημονικό και δημόσιο διάλογο.

Τρίτον, ίσως είναι το εμβριθέστερο κείμενο που έχω ποτέ μελετήσει για ευρωσταστρατηγικά ζητήματα και τις συναρτημένες με αυτό διεθνείς συνθήκες της ύστερης εποχής. Ο μεγάλος ελληνογερμανός στοχαστής δεν ειδικευόταν στο αναμάσημα προπαγανδιστικών ασυναρτησιών τρίτης και τέταρτης κατηγορίας για να καθίσει στην θέση κάποιου καθηγητάκου ούτως ώστε να αποκομίζει, για να τον παραφράσω, «απτά οφέλη», με το να υπηρετεί σόρους, σοράκια και κοράκια του υποκόσμου του διεθνικού χώρου. Ο Παναγιώτης Κονδύλης διακρινόταν για την ασκητική αφοσίωσή του στην αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας και γι’ αυτό ανεπηρέαστος κατόρθωσε πολλά.

Τέταρτον, ίσως είναι το καλύτερο κείμενο που έχω διαβάσει για το διεθνές δίκαιο, τον ΟΗΕ, τους διεθνείς θεσμούς ευρύτερα, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την υπόθεση του παγκόσμιου κράτους, τις σχέσεις μικρών και μεγάλων κρατών, τα αδιέξοδα των μεγάλων κρατών, τον φαύλο κύκλο των βαθύτερων αιτιών πολέμου και την πασίδηλη ηλιθιότητα των οικουμενισμών-κοσμοπολιτισμών που θρέφουν τα ηγεμονικά τέρατα. Οι πνευματικοί εραστές «νομικών σκυλιών» όπως είναι τα ad hoc δικαστήρια των αμερικανών στα Βαλκάνια σίγουρα θα απελπιστούν και θα εκνευριστούν διαβάζοντας αυτό το βιβλίο του Κονδύλη. Ενδέχεται, ο νομικιστής που θα το διαβάσει είτε να αυτοκτονήσει πνευματικά προσπαθώντας να το αντικρούσει είτε τίμια να προτιμήσει να κάνει στροφή 180 μοιρών αφήνοντας πίσω το φτωχό πνευματικό παρελθόν του. Οι ακαδημαϊκοί ενός οποιουδήποτε τμήματος διεθνών σπουδών που υπηρετούν το συμφέρον των φοιτητών τους, αν διαβάσουν αυτό το κείμενο σίγουρα θα κλείσουν τους κρουνούς των νομικίστικων ασυναρτησιών και θα προτείνουν το προαναφερθέν πνευματικό επίτευγμα του Κονδύλη στους φοιτητές τους.

Πέμπτον, το αριστούργημα του Κονδύλη διεισδύει βαθιά στην αλήθεια με το να περιγράφει αμφίπλευρα τα διλήμματα και τα προβλήματα των διεθνών σχέσεων. Δονκιχωτικές και συμβατικές αντίπαλες θεωρήσεις, αναμενόμενα ανήμπορα εξυβρίζουν. Στοχαστές που σέβονται τους εαυτούς τους και τους αναγνώστες τους αναμφίβολα δεν θα αμφιταλαντευτούν διαβάζοντας τα πορίσματα της βαθυστόχαστης και αξιολογικά ελεύθερης σκέψης του Κονδύλη: Θα προσχωρήσουν αμαχητί σ’ αυτές προσαρμόζοντας ανάλογα τις επιστημονικές και επιστημολογικές προσεγγίσεις τους.

Τα επιτεύγματα στον στίβο της απροκατάληπτης και αξιολογικά ελεύθερης μεθοδολογίας του Κονδύλη αποτελούν παρακαταθήκη για τις κοινωνικές επιστήμες. Για τις διεθνείς σχέσεις, το βιβλίο Από τον 20ο στον 21ο Αιώνα σίγουρα αποτελεί στην διεθνή βιβλιογραφία τον πυρήνα των ουσιωδέστερων γνώσεων, των πιο περιεκτικών υποθέσεων εργασίας και των ποιο αξιόπιστων ερμηνειών στον στίβο της αναζήτησης της αλήθειας περί τα διεθνή.

Αν νοσηρά μυαλά που θα δεχτούν μια τέτοια γνώση δεν θεραπευτούν σημαίνει ότι είναι βλαμμένα ανεπανόρθωτα.

Αν εμπαθείς «αντίπαλοι» αρχίσουν ως συνήθως να βρίζουν σημαίνει ότι είναι ήδη πνευματικά νεκροί.

Αν μέτριοι αναλυτές δεν εγκαταλείψουν τα αναμασήματα και δεν απογειωθούν πνευματικά σημαίνει ότι δεν μπορούν να ξεκολλήσουν από την μετριότητά τους.

Αν μέτριοι αναλυτές στρατευμένοι στην ιδιοτέλεια και στην ευτελή προπαγάνδα δονκιχωτικά και ανέντιμα επιδοθούν σε αποσπασματικά ανοσιουργήματα, είναι αξιολύπητοι και αξιοθρήνητοι.

Γιατί τα γράφω αυτά και μάλιστα με τόση ένταση; Απλά γιατί οι κοινωνικές επιστήμες οδηγούνται σε τέτοια παρακμή, ούτως ώστε όποιος επιθυμεί να αφοσιωθεί στον μη (επι)στρατευμένο στοχασμό προσκρούει πάνω σε αναρίθμητες πνευματικά διεφθαρμένες ιδέες και συμφέροντα. Αυτός είναι ο αντίπαλος, και όχι κάποια άλλη θεώρηση των ανθρωπίνων πραγμάτων. Επίσης, γιατί, όπως θα εξηγήσω σε άλλη περίπτωση, η οχύρωση πνευματικά ανίκανων και πνευματικά διεφθαρμένων στο εσωτερικό της αναγκαίας και μη εξαιρετέας ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας μπορεί ανεξέλεγκτα να εκκολάπτει φίδια αμάθειας, φασισμού και απέραντης ανορθολογικότητας. Σύντομα, αυτό που θα απομείνει σε κάθε κοινωνικό επιστήμονα που σέβεται τον εαυτό του και τους άλλους, είναι να σκεφτεί πως δεοντολογικά είναι υποχρεωμένος να εξηγήσει στους ανυποψίαστους συνανθρώπους του για τις επερχόμενες ζημιές που θα προκαλέσουν τα επιστημονικά μεταμφιεσμένα στοχαστικά φίδια που ανεξέλεγκτα εκκολάπτονται (μάλιστα, σε διεθνικά πλέον εκκολαπτήρια, κοινωνικοπολιτικά παντελώς ανεξέλεγκτα).

Όσοι προσπεράσουν την ανάλυση του Κονδύλη έχουν πολλά να χάσουν. Θα την προσπεράσουν σίγουρα όσοι δεν βλέπουν την ενασχόληση στις κοινωνικές επιστήμες ως ασκητικό και αξιολογικά ελεύθερο επιστημονικό στοχασμό αλλά ως προπαγάνδα, ως μεταβατική παρασιτική ενασχόληση λαθραίων καταξιώσεων και λαθραίων ωφελημάτων, ως μέσο εκτόνωσης του υποκειμενισμού τους και ως δεκανίκι λαθραίων αναρριχητικών «επιτευγμάτων» (δυστυχώς αυτά τα αποκρουστικά φαινόμενα, πιθηκίζοντας ξένα πρότυπα, υπερτερούν συμβατικά, κάτι βεβαίως που δυστυχώς δεν γνωρίζουν όσοι καταξοδεύονται για να αποστείλουν τα παιδιά τους σε πανεπιστημιακά τμήματα της Ελλάδας και του εξωτερικού). Σε κάθε περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι προαναφερθείσες και μερικές άλλες διαστροφές των λεγόμενων κοινωνικών επιστημών δημιουργούν ποταμούς πολιτικού ανορθολογισμού. Η κοινωνία αν και δεν έχει ανάγκη από τέτοιες διαστροφές, ανυποψίαστη τις θρέφει δεσμεύοντας σπάνιους πόρους στην άναρχη ανάπτυξή τους στον πανεπιστημιακό χώρο. Πρόκειται για ένα άνευ προηγουμένου κοινωνικό μαζοχισμό που δύσκολα θα τερματιστεί μιας και τα ισχυρά κράτη που επιλέγουν την «μαλακή ισχύ» ως κύριο συστατικό των στρατηγικών τους έχουν πολλά να κερδίσουν ενισχύοντας αυτά τα φαινόμενα.

Στον στίβο των ιδεών ο πρόωρος θάνατός του Παναγιώτη Κονδύλη αποτελεί μεγάλη απώλεια. Μας άφησε βεβαίως πολλά. Επειδή ο ελληνικός πνευματικός στίβος μετατρέπεται ραγδαία σε πνευματική έρημο, ο εκδοτικός οίκος που έχει το προνόμιο να κατέχει τα δικαιώματα ενός τέτοιου πνευματικού αριστουργήματος, έχει κάθε λόγο και συμφέρον να το προτείνει για μετάφραση στις κυριότερες ξένες γλώσσες.

Π.Ήφαιστος

Φεβρουάριος 2007

www.ifestos.edu.gr

Υστερόγραφο:

Για τις ανάγκες της συζήτησης αναφορικά με τα βιβλία της ιστορίας, τα οποία κάποιοι διεθνικά περιφερόμενοι φορείς θέλουν να γράφουν διαχειριζόμενοι τις πηγές και τα συμπεράσματα σύμφωνα με τον πνευματικά διεστραμμένο υποκειμενισμό τους ή σύμφωνα με τα συμφέροντα αυτών που τους στηρίζουν χρηματοδοτικά, αφιερώνω το εξής απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου:

«(για όσους από τον τα αριστερά παραληρήματα πέρασαν ευθέως στον νεοφιλελευθερισμό καταλήγοντας έτσι, αντί να καταγγέλλουν τον ιμπεριαλισμό να κεραυνοβολούν «κάθε εθνικισμό» και ενστερνιζόμενοι τον οικουμενισμό μέσω της ενιαίας παγκόσμιας αγοράς και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων») «Δεν αναρωτιούνται ούτε ποιος θα τα ερμηνεύσει δεσμευτικά κάθε φορά τι σημαίνουν αυτά τα «δικαιώματα» στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ούτε αν και πόσο δικαιολογείται ο «εθνικισμός» όποτε ένας μικρός θέλει να αντισταθεί στις αδηφάγες διαθέσεις ενός μεγάλου. Με τον τρόπο αυτό, ενώ ηθικολογούν αδιάκοπα, στην πραγματικότητα συμπαρατάσσονται με το δίκαιο του ισχυρότερου. Αλλά αν ο ηττημένος αποδεχόμενος όψιμα την ιδεολογία του νικητή γίνεται συχνά ο γελοιωδέστερος και γλοιωδέστερος φορέας της, δεν είναι βέβαια ο πρωταρχικός εμπνευστής και θεμελιωτής της. Η «αριστερά» έχοντας μετατραπεί σε ουραγό ή σφογγοκωλάριο του αμερικανισμού, δεν αντλεί πλέον από ό,τι ζωντανότερο είχε η μαρξιστική παράδοση, δηλαδή την ανελέητη απομυθοποίηση των φιλελεύθερων ιδεολογημάτων, αλλά τρέφεται από μια κοινωνική θεωρία που εν μέρει αντικατοπτρίζει και εν μέρει συγκαλύπτει εξιδανικευτικά τις πραγματικές σχέσεις ισχύος μέσα στην δυτική μαζική δημοκρατία». (έμφαση δική μου)

Αυτό είναι βεβαίως είναι ένα μικρό δείγμα από τον πρόλογο. Ορμητικά στην συνέχεια το βιβλίο κυριολεκτικά τινάζει στον αέρα την συμβατική σκέψη με εμβέλεια πολύ πέραν των ελληνικών συνόρων.

Πηγή: http://www.ifestos.edu.gr/

*

*

του Παναγιώτη Ήφαιστου

για τον Παν. Κονδύλη

Η τουρκική απειλή και η «εθνική στρατηγική

Σημείωση: Το άρθρο που ακολουθεί γράφτηκε το 1998 ως μια στοιχειώδης και ελάχιστη κατάθεση επιχειρημάτων σε μια στιγμή που ο όχλος των γνωστών επιφυλλίδων επιχείρησε να τον λοιδορήσει με φράσεις και λόγια ανήκουστα, χυδαία και υβριστικά.

Διάλογος

Η τουρκική απειλή και η «εθνική στρατηγική»

Π. ΗΦΑΙΣΤΟΣ

Το ΒΗΜΑ, 15/02/1998 , Σελ.: B10 Κωδικός άρθρου: B12468B102, ID: 64929

Η έκδοση του βιβλίου «Θεωρία του Πολέμου» του Παναγιώτη Κονδύλη θα μπορούσε να αποτελέσει το έναυσμα για μια σοβαρή συζήτηση των κεντρικών ζητημάτων της εθνικής στρατηγικής της Ελλάδας: μορφή και χαρακτήρας της τουρκικής απειλής, συσχετισμός ισχύος μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας, η θέση αμφοτέρων των χωρών στο πλέγμα των διακρατικών σχέσεων της περιφέρειάς μας, προβολή των γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών συσχετισμών στο ορατό μέλλον και η ανάπτυξη μιας εύρωστης ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής. Στις γραμμές που ακολουθούν και με αφορμή ορισμένες αναφορές τού Π.Κ. θα αναφερθώ σε δύο ζητήματα. Πρώτον, στις κοινές ρίζες του νεοφιλελεύθερου και του μαρξιστικού διεθνισμού, γεγονός που πιθανώς ερμηνεύει ορισμένες διαπαραταξικές συγκλίσεις στο ελληνικό πολιτικό πεδίο την τρέχουσα δεκαετία· και, δεύτερον, σε ορισμένες πτυχές για τη φύση και τον ρόλο του πολέμου στις σύγχρονες διακρατικές σχέσεις.

«Ο ουσιώδης κοινός παρονομαστής του αρχικού μαρξισμού και του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού» παρατηρεί ο Π.Κ. (σελ. 15) «έγκειται στη βεβαιότητα κατάργησης των πολέμων μέσω της απορρόφησης του πολιτικού στοιχείου από το οικονομικό». Οπως είναι γνωστό, αυτή η κοινή προσδοκία των δύο ιδεολογικών ρευμάτων, με πολλές ενδιάμεσες αποχρώσεις διεθνιστικών θέσεων και απόψεων, οδηγεί στη θέση ότι η εξάλειψη των εθνικών διαφορών είναι η άλλη προϋπόθεση τερματισμού των πολεμικών συγκρούσεων. Στον βαθμό που οι ιστορικοί παράγοντες και οι πνευματικές αξίες ιεραρχούνται με οικονομιστικά κριτήρια, οι ρίζες τόσο της μαρξιστικής όσο και της νεοφιλελεύθερης εσχατολογίας είναι ουσιαστικά κοινές.

Οπως εύστοχα έγραψε ο Edward Η. Carr, «ο διεθνισμός / κοσμοπολιτισμός κάθε απόχρωσης αποτελούσε πάντοτε το ιδεολογικό εργαλείο προώθησης των δυνάμεων που βρίσκονται σε ισχυρή θέση». Στο πλαίσιο αυτής της θεμελιώδους και ιστορικά θεμελιωμένης παρατήρησης, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, είτε αναφερόμαστε στον μαρξιστικό διεθνισμό είτε στον νεοφιλελεύθερο διεθνισμό, στη σύγχρονη διεθνή πολιτική εκδηλώνονται διεθνισμοί δύο μορφών. Πρώτον, ο διεθνισμός των ηγετών (και μερικών στρατευμένων διανοουμένων) των εκάστοτε ηγεμονικών χωρών (ο οποίος ευνοεί τα συμφέροντα διείσδυσης των χωρών τους)· δεύτερον, οι εισαγόμενες διεθνιστικές ιδεολογίες ποικίλων αποχρώσεων στις μικρές χώρες, οι οποίες υποστηρίζουν την εξάλειψη ή αποδυνάμωση του κράτους έθνους και της κρατικής κυριαρχίας. Δηλαδή το ίδιο ακριβώς διεθνιστικό επιχείρημα έχει συγκεκριμένη έννοια (και διαφορετικές επιπτώσεις) όταν προβάλλεται από την πλευρά ενός ισχυρού κράτους (π.χ. των ΗΠΑ ή της τέως ΕΣΣΔ) και άλλη όταν ­ συχνότατα λόγω αφελείας ­ προβάλλεται από την πλευρά ενός μικρού και αδύναμου κράτους. Εφόσον δεν υπάρχει δημοκρατική και κοινώς αποδεκτή διεθνής εξουσία πέραν και υπεράνω του κράτους έθνους, τέτοιες ιδέες, αν κυριαρχήσουν στα μικρότερα κράτη, αναπόφευκτα, καθιστούν τους φορείς τους νεροκουβαλητές των συμφερόντων των εκάστοτε ηγεμονικών δυνάμεων.

Συναφής με τα πιο πάνω ζητήματα είναι η θέση του πολέμου και της άσκησης βίας στον διεθνή χώρο, θέμα θεωρητικά απέραντο, γεγονός που καθιστά αδύνατη είτε εξάντλησή του σε λίγες γραμμές είτε ανάλυση των θεωρητικών καταδύσεων του Π.Κ. (έργο το οποίο, δικαίως, θεωρήθηκε ως ένα από τα σημαντικότερα στη διεθνή βιβλιογραφία). Πάντως, ελλείψει χώρου για εκτενή εξέταση του θέματος, είναι ίσως σκόπιμο να τονισθεί ότι η ευρωστία ορισμένων θέσεων του Π.Κ. οι οποίες προκάλεσαν μεγάλη αντίδραση στην Ελλάδα (και των οποίων η στρατηγική λογική ελάχιστα έγινε αντιληπτή) βρίσκεται ακριβώς στη μεγάλου βαθμού θεωρητική θεμελίωσή τους στο κυρίως μέρος της ανάλυσης, δηλαδή στα θεωρητικά κεφάλαια του βιβλίου. Στο πρώτο κεφάλαιο, π.χ., αναλύεται εκτενώς η σχέση «πολέμου» και «πολιτικής» για να τονισθεί η συνάφειά τους με την «κοινωνική κατάσταση» τόσο εντός όσο και μεταξύ των κρατών.

Ο πόλεμος, στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί παρά να εκτιμηθεί ως μέρος του πλέγματος της «πολιτικής επικοινωνίας» μεταξύ των κρατών, «ως σύγκρουση μεγάλων συμφερόντων η οποία λύνεται αιματηρά, και μόνον ως προς τούτο διαφέρει από τις άλλες συγκρούσεις». Στο ίδιο πλαίσιο, το δίλημμα άμυνα / επίθεση (στο οποίο θα μπορούσε να ενταχθεί και η προβληματική του «πρώτου κτυπήματος» που, ίσως φυσιολογικά, τρομάζει τους μη εξοικειωμένους με τη στρατηγική ανάλυση και τους προσανατολισμούς των επιτελείων όλων των στρατών) εμπερικλείει ζητήματα που «υπαγορεύονται από λόγους, εν τέλει πολιτικούς».

Σε μια εποχή που εκτοξεύονται κατά της χώρας μας «casus belli» (δηλαδή, ουσιαστικά, απειλές «πρώτου κτυπήματος» στην περίπτωση που ασκήσουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα), αριθμητικά ίσως όσα ποτέ άλλοτε στην ιστορία των διακρατικών σχέσεων, ο στρατηγικός προβληματισμός της επιστημονικής εμβέλειας του Π.Κ. καθίσταται επίκαιρος και κρίσιμος για την «εθνική στρατηγική». «Εθνική στρατηγική» βεβαίως είναι μια έννοια η οποία, ενώ συχνά αναφέρεται στον ελληνικό πολιτικό διάλογο, τα θεμελιώδη διλήμματα και προβλήματα που εμπερικλείει ελάχιστα έχουν κατανοηθεί.

Ο κ. Παναγιώτης Ηφαιστος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

========================

Πηγή: http://www.ifestos.edu.gr/

*

*

4. Ο μεταμοντέρνος χυλός και οι μίμοι και οι γελωτοποιοί που εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά  στους κύκλους των διανοουμένων στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης

Ο Κονδύλης αναμφίβολα ήταν μια από τις μεγαλύτερες πνευματικές υπάρξεις. Στα κείμενά του διακρίνεις καθαρότητα σκέψης και παντελή απουσία λογικών αλμάτων και επιστημονικών σφαλμάτων. Η διαχρονική αξία των κειμένων του επιβεβαιώνεται καθημερινά. Το επίμετρο της Θεωρίας του Πολέμου όπου φώτισε το πρόβλημα της άνισης ανάπτυξης και καλούσε για ισορροπία δυνάμεων ως προϋπόθεση σταθερότητας δυστυχώς επιβεβαιώνεται. Η Ελλάδα κατεβάζει διαρκώς τον πήχη των έσχατων λογικών της και απέναντι σε μια ολοένα και πιο αναθεωρητική Τουρκία οδηγείται από την μια υποχώρηση στην άλλη. Ταυτόχρονα, ποικιλόμορφοι μηχανισμοί που έχουν διεισδύσει οργανωμένα στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα και κυρίως στα μέσα ενημέρωσης και στον λεγόμενο χώρο των κοινωνικών επιστημών: Προετοιμασμένοι, οργανωμένοι και ετοιμοπόλεμοι από καιρό, εφορμούν όποτε χρειαστεί για να δικαιολογήσουν την ξένη εξάρτηση, να αποδυναμώσουν τους έλληνες πνευματικά, να αποδομήσουν την διϋποκειμενική ιστορική γνώση, να ιδεολογικοποιήσουν την συρρίκνωση της ελληνικής πολιτικής κυριαρχίας, να ροκανίσουν τις έσχατες λογικές των ελληνικών κοσμοθεωριών, να σχετικοποιήσουν τα ελληνικά σύνορα που ορίζουν οι συνθήκες και το διεθνές δίκαιο και να εκποιήσουν τα θεμιτά ελληνικά ζωτικά συμφέροντα εκτός συνόρων στις διεθνοφασιστικές αξιώσεις. Όπως αποδεικνύει ο διασυρμός της επιστημονικής ιδιότητας στην ιδιόμορφη «διαμάχη για τα βιβλία της ιστορίας» Οι κοινωνικές επιστήμες πανεπιστημιακού επιπέδου κυριολεκτικά εκμηδενίζονται. Μια μικρή ομάδα ατόμων σπιθαμιαίου στοχαστικού αναστήματος με προπέτεια καλούν όλους τους άλλους να σωπάσουν γιατί αυτοί, λένε, είναι … ιστορικοί. Αυτοί πάντως δεν σώπασαν μετά τον καταπέλτη της Ακαδημίας Αθηνών η έκθεση της οποίας κάνει σαφές, αν κανείς την μελετήσει προσεκτικά, ότι είναι ανιστόρητοι και ιστοριογραφικά αγράμματοι. Και όχι μόνο αυτό: έντρομοι έσπευσαν να κάνουν «διορθώσεις» για να διασωθούν θεσμικά και διαδικαστικά. Εκτός από την Ακαδημία, βεβαίως, πολλοί άλλοι κυριολεκτικά κονιορτοποίησαν τις ιστοριογραφικές τσαρλατανιές. Απλή λογική χρειάζεται και στοιχειώδης ιστορική γνώση για να καταλάβει κανείς ότι δεν πρόκειται περί ιστορίας αλλά περί αποδομητικού ιστοριογραφικού ανεκδότου. Ο «μεταμοντέρνος χυλός» για τον οποίο συχνά έγραψε ο Κονδύλης έχει εισβάλει για καλά στο ελληνικό πανεπιστήμιο και επιτρέπει αριθμητικά ευμεγέθεις συνομαδώσεις που οδηγούν σε συνδικαλιστικού χαρακτήρα ιστοριογραφικές αξιώσεις για τις οποίες δεν πρέπει να γελάμε πλέον γιατί δεν τις κηρύττουν ένας και δύο αλλά εκατοντάδες. Στο εδάφιο που παραθέτω πιο κάτω, με θαυμαστή ακρίβεια ο Κονδύλης περιγράφει τα αίτια των σημερινών μεταεθνικών ιστοριογραφικών ανεκδότων.

«Ο συνδυασμός των πάντων με τα πάντα, ο οποίος όπως θα δούμε σ’ αυτό το βιβλίο αποτελεί ουσιώδες γνώρισμα του μαζικοδημοκρατικού τρόπου σκέψης, καθώς και οι ηδονιστικές αξίες του αυθορμητισμού και της αυτοπραγμάτωσης όπως τις διακήρυξε η πολιτισμική επανάσταση στην Ελλάδα, συμφύρθηκαν με τις παμπάλαιες και πασίγνωστες εγχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακιδισμού και της ημιμάθειας. Η σύμφυρση αυτή επομένως ήταν η φυσική βολική είσοδος του μεταμοντερνισμού σ’ ένα τόπο όπου το αστικό εργασιακό ήθος ήταν ουσιαστικά άγνωστο όχι μόνο στον τομέα της υλικής παραγωγής αλλά και στον τομέα του πνεύματος, όπου δεν διαμορφώθηκαν επιστημονικές παραδόσεις με συνοχή και με μακρόβιους φορείς όπου οι μίμοι και οι γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά  στους κύκλους των διανοουμένων στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όπως και να ’χει, η τέτοια είσοδος του μεταμοντερνισμού στις ελληνικές συνθήκες αποτελεί την ολοκλήρωση και εν μέρει την κορύφωση της κρίσης όλων των θεμελιωδών δεδομένων της ελληνικής εθνικής ζωής. Η εκποίηση του έθνους με την υλική έννοια θα συνοδευτεί και από την πλήρη πνευματική του στειρότητα, αν η μεταμοντέρνα σύμφυρση των πάντων με τα πάντα πραγματωθεί αποκλειστικά ως σύμφυρση μεταξύ κακοχωνεμένων δάνειων στοιχείων και αν η φθορά των ελληνικών, ή εν πάση περιπτώσει εξελληνισμένων, ιδεολογημάτων καταλήξει συν τοις άλλοις σε συρρίκνωση ή εργαλειοποίηση της γλώσσας τέτοια, ώστε να μην μπορεί πια να παραχθεί στον νεοελληνικό χώρο το μόνο προϊόν που –ακριβώς χάρη στην μοναδική δυναμική μιας πολυστρώματης και παμπάλαιας γλώσσας– έχει παραχθεί ως τώρα σε υψηλή ποιότητα: ποίηση. Οποιαδήποτε προσωπική στάση κι αν επιλέξει ο καθένας, γεγονός είναι ότι η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσια χρόνια, κλείνει τον κύκλο της. Ασφαλώς, τα τραγικά και κωμικά της επεισόδια δεν τέλειωσαν ακόμη, όμως χάνεται η ενότητα της προβληματικής της και ο ειδοποιός της χαρακτήρας. Η Ελλάδα εντάσσεται σε πολύ χαμηλή θέση στο σύστημα του διεθνούς καταμερισμού της υλικής και πνευματικής εργασίας. Ο δικός της μεταμοντερνισμός συνίσταται στο ότι αποτελεί μια στενή και παράμερη λωρίδα στο ευρύ φάσμα του μεταμοντερνισμού των άλλων».

Κονδύλης, Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού (Θεμέλιο, Αθήνα 1991), σ. 46-7»

*

—————————————————————————————————————————————————-

*

Παναγιώτη Κονδύλη, «Προφητικόν»*: Από το κοινωνικό συμβόλαιο στη δίαιτα εξυγιάνσεως

Φεβρουαρίου 10th, 2012Leave a commentGo to comments

(1943 – 1998)

του Κ. Κουτσουρελη

Ο Παναγιώτης Κονδύλης είχε προβλέψει την ελληνική κρίση από το 1992 και την πτώση του παρασιτικού-καταναλωτικού μοντέλου.

Την ελληνική κρίση αρκετοί την είχαν προϊδεαστεί. Οχι λίγοι είχαν περιγράψει μάλιστα, από νωρίς και με ακρίβεια, ορισμένα από τα συμπτώματά της, καθώς αυτά πλήθαιναν στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Από την «Ελλαδογραφία» του Νίκου Γκάτσου (1976) ώς το «Finis Graeciae» του Χρήστου Γιανναρά (1987), και από τον «Γλωσσικό αφελληνισμό» του Γιάννη Καλιόρη (1984) ώς τους «Κωλοέλληνες» του Διονύση Σαββόπουλου (1989) -αναφέρω εδώ επίτηδες έργα εντελώς ετερόκλητα-, οι διαγνώσεις που προτάθηκαν συνέκλιναν. Στρεβλός εκσυγχρονισμός, νόθος εξαστισμός και περιβαλλοντική υποβάθμιση, παραγωγική αποδιάρθρωση και δανειοδίαιτη ευμάρεια, αισθητικός εκχυδαϊσμός και παρακμή της παιδείας, λαϊκισμός, αναξιοκρατία, κομματισμός, διαφθορά: στα βασικά λίγο-πολύ όλοι συμφωνούν.

Παρά ταύτα, στην πλειονότητά τους οι διαγνώσεις αυτές έμειναν μερικές, αποσπασματικές. Και αυτό διότι η περιγραφή ενός αρνητικού φαινομένου από μόνη της δεν επαρκεί. Δύο ακόμη στοιχεία απαιτούνται για να της προσδώσουν πληρότητα. Το πρώτο είναι η εύστοχη απόδοση του φαινομένου, εν προκειμένω η υπόδειξη των παραγόντων που οδήγησαν ώς αυτό. Το δεύτερο, η ασφαλής μεσομακροπρόθεσμη πρόβλεψη για την εξέλιξή του.

Με την έννοια αυτή, την πληρέστερη ερμηνεία και περιγραφή της ελληνικής κρίσης την οφείλουμε στον Παναγιώτη Κονδύλη.

Ο Κονδύλης καταπιάστηκε με το ελληνικό πρόβλημα μόνο σποράδην, σε μια σειρά από κείμενά του δημοσιευμένα ως εισαγωγές ή επίμετρα στις ελληνικές εκδόσεις των βιβλίων του από το 1991 ώς το 1998. Ομως η συνοχή των παρατηρήσεών του είναι τέτοια που έχει κανείς την εντύπωση ότι βρίσκεται εμπρός σε έργο συστηματικό. Στον πυρήνα του προβλήματος, ο Κονδύλης εντοπίζει ό,τι αποκαλεί «καχεξία του αστικού στοιχείου». Η χαλαρή κοινωνική συνομάδωση που ονομάστηκε ελληνική αστική τάξη, δεν κατόρθωσε ποτέ «να δημιουργήσει γηγενή και αυτοτελή αστικό πολιτισμό». Χώρα με ασήμαντη θέση στον διεθνή καταμερισμό της υλικής και πνευματικής εργασίας, και επιπλέον υποπαραγωγική και χρονίως εξαρτημένη από την ξένη προστασία, η Ελλάδα ήταν επόμενο να διολισθήσει στον παρασιτισμό. Ακόμη και η νεοελληνική ιδεολογία, ο τρόπος δηλαδή που κατανοούμε τον εαυτό μας, είναι εν μέρει προϊόν εισαγωγής.

Το ότι ο παράσιτος μπόρεσε επί τόσες δεκαετίες να είναι συγχρόνως και υπερκαταναλωτής, ο Κονδύλης το εξηγεί επικαλούμενος την ιστορική συγκυρία. Διαρκούντος του Ψυχρού Πολέμου, οργανισμοί όπως η Ατλαντική Συμμαχία και η Ευρωπαϊκή Ενωση δημιούργησαν για τις χώρες της Δύσης ένα θεσμικό και οικονομικό θερμοκήπιο εντός του οποίου η Ελλάδα κατέλαβε οιονεί θέση πτωχού πλην ομοτράπεζου συγγενούς.

Η εξωτερική βοήθεια από την εποχή του σχεδίου Μάρσαλ έως εκείνη των ποικιλώνυμων κοινοτικών «πακέτων» συνιστούσε κατά κάποιο τρόπο το υλικό αντίτιμο της γεωπολιτικής της νομιμοφροσύνης. Μόνο που τα τεράστια αυτά ποσά σπανίως διατέθηκαν προς όφελος δραστηριοτήτων πράγματι παραγωγικών, αλλά το συνηθέστερο διέρρευσαν απευθείας στην ιδιωτική κατανάλωση. Το ίδιο συνέβη με τον ιλιγγιώδη εξωτερικό δανεισμό της χώρας. Το σύνολο σχεδόν της ελληνικής «ανάπτυξης» των τελευταίων δεκαετιών προέρχεται από την κατανάλωση, άρα από την αγοραία κατασπατάληση των ξένων μεταβιβάσεων και δανείων.

Σε οξεία αντίθεση προς όσους τείνουν να επιρρίπτουν την ευθύνη σε μία μόνο κοινωνική μερίδα (τους πολιτικούς, το κράτος, την «πλουτοκρατία», τη δημοσιοϋπαλληλία, τους ελεύθερους επαγγελματίες κ.ο.κ.), ο Κονδύλης μιλάει ευθέως για ένα «επαίσχυντο κοινωνικό συμβόλαιο».

Η νοοτροπία του παρασιτικού καταναλωτισμού, γράφει, αφορά τη «συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων». Δεν έχουμε να κάνουμε με«έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα που παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις σάρκες του, συχνότατα και τα περιττώματά του».Με τα δύο τρίτα των προϋπολογισμών του κράτους να κατευθύνονται επί δεκαετίες ολόκληρες σε μισθούς, συντάξεις και αγροτικές επιδοτήσεις, και με ένα επιπλέον 20% να διατίθεται για τοκοχρεολύσια, άρα εν πολλοίς για τον ίδιο σκοπό, η εκτίμηση αυτή του Κονδύλη είναι αμάχητη.

Το παράδοξο της ελληνικής περίπτωσης είναι ότι ο παρασιτικός καταναλωτισμός μας ήταν οργανωμένος δημοκρατικά, η διανομή του ξένου χρήματος γινόταν με πνεύμα γνήσιας κοινωνικής δικαιοσύνης…

Ο Παναγιώτης Κονδύλης εκδήμησε το 1998, μια δεκαετία δηλαδή πριν από το ξέσπασμα της κρίσης.

Ηδη όμως το 1992 διέβλεπε δύο πιθανές εξελίξεις.

Η νέα συγκυρία μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, πίστευε, θα υποβάθμιζε τον ρόλο της Ελλάδας στους κόλπους της Δύσης. Αυτό θα οδηγούσε αργά ή γρήγορα τους εταίρους μας, αφενός μεν, στην άρνηση «να χρηματοδοτήσουν περαιτέρω τον ελληνικό παρασιτικό καταναλωτισμό, επιβάλλοντας στην ελληνική οικονομία αυστηρή δίαιτα εξυγιάνσεως και επαναφέροντας το ελληνικό βιοτικό επίπεδο στο ύψος που επιτρέπουν οι δυνατότητές της». Αφετέρου δε, στην απόφαση να αγνοήσουν «ό,τι οι Ελληνες θεωρούν ως εθνικά τους δίκαια, υιοθετώντας στα αντίστοιχα ζητήματα είτε τη θέση των αντιπάλων της Ελλάδας είτε εν πάση περιπτώσει θέση σύμφωνη με τα δικά τους περιφερειακά συμφέροντα».

Με το Μνημόνιο της 8ης Μαΐου 2010, το πρώτο σκέλος της πρόβλεψης, η έξωθεν επιβεβλημένη «αυστηρή δίαιτα», επιβεβαιώθηκε πλήρως. Το μέλλον θα δείξει αν το ίδιο θα ισχύσει και για την πορεία των εθνικών ζητημάτων.

ΠΗΓΗ: Καθημερινή, 13.3.2011 (μέσω  www.­democracycrisis.­com)

 &&&&

Ενα βροχερό βράδυ στο σπίτι του Σπύρου Τσακνιά, (:  ποιητής, δοκιμιογράφος και κριτικός), στο Παλαιό Ψυχικό, στις αρχές του 1998. Ο Τσακνιάς, που συνεργαζόταν τότε ως κριτικός λογοτεχνίας με το ένθετο των «Βιβλίων», ήταν και δεινός μάγειρας. Συγκέντρωνε τακτικά φίλους στο σπίτι του, όχι μόνο για να δοκιμάσουν την κουζίνα του αλλά και για να συναντήσουν ενδιαφέροντες συνδαιτυμόνες-συνενόχους. Εκείνο το βράδυ ανάμεσα στους «συνενόχους» ήταν ο Παναγιώτης Κονδύλης. Μόλις είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο του Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα για την κοινωνία μας, ολοκλήρωνε την έκδοση του βιβλίου του Θεωρίες του Πολέμου , και το υλικό για συζήτηση και αντιπαράθεση ήταν φρέσκο και αναζωογονητικό.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης ήταν από τους λίγους πρωτότυπους διανοούμενους-στοχαστές της μεταπολεμικής Ελλάδας (είχε γεννηθεί το 1943). Μονίμως αποκλεισμένος από την ελληνική πανεπιστημιακή πραγματικότητα, δούλεψε και διακρίθηκε στη Γερμανία – κατά το «ουδείς προφήτης στον τόπο του».

Τα περισσότερα βιβλία είχαν εκδοθεί πρώτα στα γερμανικά και ο ίδιος ήταν από τους τακτικότερους συνεργάτες του feuilleton, (: «χαρακτηριστικό»),  της εφημερίδας Frankfurter Αllgemeine Ζeitung. Ο Κονδύλης με το έργο του προσπάθησε να δώσει, εκτός των άλλων, ορισμένα ερμηνευτικά κλειδιά για να κατανοήσουμε την ελληνική κοινωνία. Οι θέσεις του μας ξεβόλευαν– κι ίσως γι΄ αυτό ήταν περιθωριοποιημένος από το ελληνικό ακαδημαϊκό σύστημα. Εχει αποδειχθεί ότι οι λίγοι (ελάχιστοι) ελεύθεροι και ειλικρινείς στοχαστές δεν ευδοκιμούν στο ελληνικό θερμοκήπιο. Λίγο χρόνο ύστερα από εκείνο το δείπνο στου Σπύρου Τσακνιά, τον Ιούλιο του 1998, ο Παναγιώτης Κονδύλης πέθανε.

Πριν από μερικές ημέρες οι εκδόσεις Θεμέλιο εξέδωσαν ένα σύντομο αλλά πυκνό κείμενο του Παναγιώτη Κονδύλη. Τίτλος του, Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας, με υπότιτλο «Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία». Πρόκειται για ένα κείμενο που είχε δημοσιευθεί το 1991 ως εισαγωγή στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Η παρακμή του Αστικού ΠολιτισμούΕίκοσι χρόνια μετά, η επικαιρότητά του είναι ανατριχιαστική. Από τότε ο Κονδύλης μάς έλεγε ότι η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσια χρόνια, κλείνει τον κύκλο της. Από τότε μας έλεγε ότι μεταδικτατορικά διαμορφώθηκε στην Ελλάδα μια εξαμβλωματική μαζική δημοκρατία όπου το μοντέρνο συνδυάστηκε με τις «πασίγνωστες επιχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπναδικισμού και της ημιμάθειας». Από τότε μας μιλούσε για την απουσία αστικού εργασιακού ήθους όχι μόνο στον τομέα της υλικής παραγωγής αλλά και στον τομέα του πνεύματος. Από τότε μας έλεγε ότι οι μίμοι και οι γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαίτερα υψηλάστους κύκλους των διανοουμένων, στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

&&&&

Βιογραφία…

Ο Παναγιώτης Κονδύλης γεννήθηκε στην Αρχαία Ολυμπία το 1943 και πέθανε αιφνιδίως στην Αθήνα το 1998. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και φιλοσοφία, νεότερη ιστορία και πολιτικές επιστήμες στα Πανεπιστήμια Φρανκφούρτης και Χαϊλδεμβέργης. Στη Χαϊλδεμβέργη αναγορεύτηκε διδάκτωρ της φιλοσοφίας.

Για το έργο του βραβεύτηκε με το μετάλλιο Γκαίτε και το βραβείο Χούμπολτ. Ήταν εταίρος τουΙδρύματος Ανωτάτων Σπουδών του Βερολίνου. Διηύθυνε τη «Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη»των εκδόσεων Γνώση και τη σειρά «Ο Νεώτερος Ευρωπαϊκός Πολιτισμός» των εκδόσεων Νεφέλη. Βιβλία του στην ελληνική γλώσσα: «Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη» 1983, «Ο Μαρξ και η αρχαία Ελλάδα» 1984, «Ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός» Ι-ΙΙ 1987, «Ο νεοελληνικός διαφωτισμός» 1988, «Ισχύς και απόφαση» 1991, «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού» 1991,«Πλανητική πολιτική μετά το ψυχρό πόλεμο» 1992, «Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία» 1992 κ.ά. Επιπλέον έχει γράψει πολλά βιβλία στη γερμανική γλώσσα.

Βιβλιογραφία

Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας  
Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη (Δεμένο)
Ο Νεοελληνικός διαφωτισμός         
Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος (Α+Β)
Παλιά και νέα θεότητα          
Μελαγχολία και πολεμική
Αντίδραση – Παλινόρθωση  
Επιστήμη, ισχύς και απόφαση
Ο Μαρξ και η Αρχαία Ελλάδα         
Ισχύς και απόφαση
Περί αξιοπρέπειας   
Η παρακμή του αστικού πολιτισμού
Θεωρία του πολέμου           
Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης
Από τον 20ό στον 21ο αιώνα          
Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός (2 Τόμοι)
Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο          
Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία
@@@@

*

*

Παναγιώτης Κονδύλης

(1943 – 1998)

*

Για όσους ενδιαφέρονται, θα ακολουθήσει 1 ενημέρωση με συνεντεύξεις του Παν. Κονδύλη,

τις οποίες μπορείτε, φυσικά, να βρείτε και από τους συνδέσμους /links που παραθέτουμε.

Οπότε, τσεκάρετε νέα ενημέρωση (θ΄αναφερθεί στην αρχή της παρούσας ανάρτησης).

*

 

Advertisements

5 thoughts on “Παναγιώτης Κονδύλης. Προφητικές ρήσεις για την Ελληνική κρίση & τη νοοτροπία του παρασιτικού καταναλωτισμού: «Όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται». Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Θεωρία του Πολέμου. Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Αφιέρωμα στο έργο του Παν. Κονδύλη.

  1. @ ΒlackΜediterraneanPirate
    Ευχαριστώ για τα ενθαρρυντικά λόγια, είναι πολύτιμα.
    Πολύτιμη και η ιστοσελίδα σας, με επίκεντρο τις έμπρακτες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης.
    Οι σκέψεις και τα λόγια μόνας τους δεν αποδεικνύουν τίποτε. Μόνον οι πράξεις.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s