Όχι ρε! Οι βουλευτές δεν είναι τζαμπατζήδες.

Είδα ένα παράξενο όνειρο και δεν ξέρω πώς να το ερμηνεύσω. Ήμουν λέει σε κάτι διόδια και τα ανοίξαμε και περνούσε ο κόσμος κορνάροντας και χαρά μεγάλη υπήρχε. Μέχρι που κάποιος νομοταγής σταμάτησε και επέμενε να πληρώσει.

«Παρακαλώ, κύριε, περάστε. Έχουμε ανοίξει τα διόδια για να σας απαλλάξουμε, έστω για λίγο, από το νταβατζιλίκι των εργολάβων» του είπε κάποιος.

«Όχι. Θέλω να πληρώσω. Πάνω απ’ όλα, οι νόμοι. Και το κιμπαρλίκι, ρε γαμώτο. Να με πει κανείς τζαμπατζή; Δε θα το αντέξω» ήταν η απάντηση.

«Δε θα σας κατηγορήσει κανείς, κύριε. Δεν είναι τζαμπατζιλίκι η άρνηση στο νταβατζιλίκι. Περάστε τώρα που γυρίζει».

Ανοίγει η πόρτα του συνοδηγού και βγαίνει έξαλλος ένας μαγκούφης.

«Το έχετε παραχέσει με το νταβατζιλίκι. Ε όχι και νταβατζής ο εργαλαβούκος μου…» λέει στους παρευρισκόμενους «…που τόσα λεφτά έδωσε για την προεκλογική μου εκστρατεία» λέει από μέσα του.

Συνεπής απέναντι στο χρέος που έχει προς τους εργολάβους που γαμάνε τη χώρα, αλλά στηρίζουν τους πολιτικούς, συνεπής και στον τραμπουκισμό που διδάχτηκε στα νιάτα του μέσα στο κόμμα του, απλώνει τη χερούκλα του κι αρπάζει ό,τι πιο αδύναμο βρήκε μπροστά του. Μια γυναίκα. Σ’ αυτήν θα ξεσπάσει. Αρχίζει και την ταρακουνάει. Δεν προλαβαίνει να της χώσει μπουνιά γιατί μπαίνουν οι άλλοι τζαμπατζήδες και την απομακρύνουν. Δεν του κάνουν τη μούρη κρέας. Εκεί το έχασα. Δε θυμάμαι και πολλά. Δεν ξέρω αν ήταν από ευγένεια ή επειδή τους είπε το περίφημο «ξέρετε-ποιος-είμαι-εγώ-ρε».

Φεύγει και μπαίνει στα γραφεία των διοδίων και σε λίγο όλοι μάθαμε ποιος-είναι-αυτός-ρε. Όταν πλάκωσαν τροχαία, ασφάλεια, ΟΠΚΕ, μέχρι και αστυνομικός διευθυντής. Ναι ρε. Είμαι αυτός που μπορεί να κινητοποιήσει όλη την αστυνομική δύναμη της περιοχής. Είμαι βουλευτής. Κι έχω μάθει να πληρώνω.

Με τόση αστυνομία και με τόση εντιμότητα, σκιάχτηκα και ξύπνησα η δύσμοιρη. Καταϊδρωμένη, με σπασμούς και με διακόσιους χτύπους το λεπτό.

Είμαι βουλευτής κι έχω μάθει να πληρώνω με τα έξτρα που πληρώνομαι για τις μετακινήσεις μου. Τα οποία, για να τα πληρωθώ εγώ, φορολογήσαμε εσάς. Και ναι, θέλω να τα δώσω στον εργολάβο των διοδίων. Αν δεν ήταν αυτός (και κάτι μαλάκες που τους έταξα διάφορα και με ψήφισαν) δε θα ήμουν εγώ εδώ τώρα. Το πολύ πολύ, να είχα καταστραφεί οικονομικά επειδή είμαι άχρηστος στη δουλειά μου, καθώς, χωμένος μέσα στο κόμμα μια ζωή, ποτέ δεν ασχολήθηκα μ’ αυτήν. Έχω μπέσα εγώ. Δεν ξεχνώ τους ευεργέτες μου. (Ε, εντάξει, τώρα γι’ αυτούς τους χίλιους που με ψήφισαν για να διοριστούν και δε θα διοριστούν ποτέ, δε φταίω εγώ αλλά η καμένη γη που παραλάβαμε).

Είμαι βουλευτής κι έχω μάθει να πληρώνω. Είμαι βουλευτής με την ψήφο σας κι έχω μάθει να πληρώνω με τα λεφτά σας είναι το σωστό. Να δούμε πότε θα πληρώσετε όπως πρέπει εσείς οι βουλευτές.

Katswoman

 

 

Advertisements

7 thoughts on “Όχι ρε! Οι βουλευτές δεν είναι τζαμπατζήδες.

  1. σε καποια συνελευση «δεν πληρωνω» ακουστηκε οτι υπαρχουν πλεον και βαλτοι ασφαλιτες (κανονικοι και… διαπιστωμενοι!) που πηγαινουν οταν εχει κινητοποιηση-ανοιγμα διοδιων και επιμενουν με καθε τροπο να…πληρωσουν, ετσι ωστε να προκαλεσουν αναστατωση και φασαρια και ψυχολογικη πιεση στους αλλους διερχομενους οδηγους.

  2. Δενη είχα δει την δημοσίευση σου και έβαλα κείμενο για τον τραμπουκισμό του ΔΝΤ βουλευτά σε γυναίκα σε ξεχωριστή δημοσίευση.
    Πολύ καλό το κείμενο σου και αληθινό.
    Το θέμα είναι τώρα πότε θα πάρουμε με τις πέτρες αυτούς τους θρασύδειλους με τους πληρωμένους μπράβους που μας έχουν οδηγήσει στην εξαθλίωση και στην απόγνωση.
    Το περιστατικό αυτό φυσιολογικά φουσκώνει και άλλο την οργή μας.

  3. Είναι καλό να υπάρχει και το γεγονός ως είδηση, γιατί κάποιοι πιστεύουν ότι πρόκειται για γεγονός της αρρωστημένης φαντασίας μου ή για κάτι που είδα εγώ αλλά δε δημοσιεύτηκε. Χώρια ότι φεϊσμπουκόφιλος με ρώτησε γιατί φοβάμαι να αποκαλύψω το όνομά του. Περνάνε το επίθετο για επιθετικό προσδιορισμό. Σφάλμα. Είναι αυτό που λέμε «είσαι και φαίνεσαι».

  4. Ψάρεμα με παραγάδι

    Αποβραδίς έβγαλαν 2 κιλά κρέας από τον καταψύκτη. Αργά το μεσημέρι είχε ξεπαγώσει. Με κοφτερό μαχαίρι το έκοψαν σε κομματάκια στον πάγκο της κουζίνας, και το έβαλαν σε μια σακούλα. Πέταξαν τα κόκαλα στο δοχείο σκουπιδιών. Πήραν τα σύνεργα ψαρέματος απ’ την αποθηκούλα και μπήκαν στο αυτοκίνητο.
    -Μην πας από ΑΤΤΙΚΗ να πληρώσουμε 3,5 ευρώ, πάμε από τον παλιό για Λαύριο.
    – Ναι δίκιο έχεις, είπε ο Χάρης.

    Η διαδρομή ήταν καλή, δεν υπήρχε πολύ κίνηση το χειμωνιάτικο απομεσήμερο. Πέρασαν την Κερατέα και σε λίγο, στα αριστερά τους, φάνηκαν οι καμινάδες της ΔΕΗ. Το παλιό LADA έστριψε δεξιά, πέρασε μέσα από την πόλη και σταμάτησε έξω από ένα σουβλατζίδικο.

    Η κοιλιά του Φάνη, που είχε “πέσει” λόγω της κρίσης, γουργούριζε..
    – Ρε συ Χάρη έχουμε 2 κιλά κρέας, δεν μαγειρεύουμε μισό κιλό στο σκάφος; είπε ο Φάνης .
    -Δεν είμαστε αποκλεισμένοι στα χιονιά των Άνδεων να γίνουμε κανίβαλοι, είπε ο Χάρης και συμπλήρωσε, «άσε που όπως είναι πεινασμένα τα ψάρια, με μισό κιλό παραπάνω δόλωμα θα πιάσουμε τουλάχιστον ψάρια 10πλασιου βάρους»
    -Καλά λες. είπε ο Φάνης και μέσα του κατηγόρησε τον εαυτό του για λαιμαργία, τσιγκουνιά και απερισκεψία .

    Πήραν από ένα διπλό πιτόγυρο, 3 ευρώ έκαστος και έτρεξαν να πάρουν απ’ το διπλανό σουπερμάρκετ μια εξάδα ολλανδικές μπύρες, τις πιο φτηνές .

    Τρώγοντας τον γύρο με διπλή πίττα , άνοιξαν 2 κουτιά και άρχισαν να πίνουν και να τρώνε. Έστω και αν είναι άνοιξη του 2015, αυτό είναι ευτυχία : παρέα , ένα γύρος με διπλή πίττα και 2 μπύρες ο καθένας, σκέφτηκε ο Φάνης., μου θυμίζει την εφηβεία μας το τέλος της δικτατορίας.

    Και θυμήθηκε τον Θεαγένη , ένα σουβλατζίδικο στα σύνορα Χολαργού – Παπάγου και την παλιοπαρέα, τον Αντώνη, που εδώ και 25 χρόνια ήταν στην Arizona , έξω από ένα μεταλλευτικό καταυλισμό, τον Χάρη, 20 χρόνια καπετάνιο εμπορικού ναυτικού και ήδη 15 χρόνια ξέμπαρκος και ημιαπασχολούμενος, τον Γιώργο τον pop-άνθρωπο που από το 1987 ήταν στο Sao Paolo, παντρεμένος με Βραζιλιάνα και με μεγάλα πια παιδιά,…

    -Πάμε να ρίξουμε τα παραγάδια στην ξέρα στην νότια μύτη της Μακρονήσου; ρώτησε ο Φάνης .
    -Δεν πάω εκεί, είναι τόπος μαρτυρίου, του λέει κοφτά ο Χάρης.
    – Λοιπόν ξεκόλλα, άσε με με τα ψευτοκομμουνιστικά σου, πάνε 65 χρόνια από τότε,, φώναξε ο Φάνης.

    Mόλις έφαγαν, επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο, πετάξαν στο πίσω κάθισμα τα άδεια κουτιά σε μια σακούλα για ανακύκλωση αλουμινίου (50 κουτιά 1 ευρώ), προσπέρασαν την μαρίνα, που είχε σχεδόν αδειάσει ήδη από το 2013, μόνον τουρίστες και ξένοι που διέμεναν σχεδόν μόνιμα στην χωρά, έδεναν εκεί τα σκάφη τους, γιατί το ενοίκιο για ένα δεκάμετρο παλιό σκάφος σαν του Χάρη κόστιζε 4.500 το έτος, σχεδόν όσο οι ετήσιες αποδοχές ενός μισθωτού στα 24 , που έπιανε την πρώτη του δουλειά., και έφθασαν σε ένα λιμανάκι οπού είχε ρίξει άγκυρα ο Χάρης στο σκάφος του, διπλά στο σπίτι ενός φίλου του από τα καράβια, που του το πρόσεχε από κλεφτρόνια και την θαλασσοταραχή.

    Ο captain Νίκος καθισμένος στην βεράντα τους χαιρέτισε.
    -2 καφέδες στο 4, φώναξε ο Χάρης.
    – έφτασαν!!! απάντησε μάγκικα ο Νίκος.

    Έβγαλαν από το LADA δυο πανέρια , το ένα άδειο και άλλο με τα παραγάδια, την σακούλα με το δόλωμα και κάθισαν στις καρέκλες της βεράντας περιμένοντας τον Νίκο να φέρει τους τούρκικους καφέδες.

    -Άντε βιάσου , θα νυχτώσει, βοήθα με να δολώσουμε , φώναξε ο Φάνης.
    – Χωρίς να πιω τον καφέ μου δεν πιάνω δουλειά, είπε ο Χάρης
    – Παλιοκομμουνιστή, τις 6.46 εργάσιμες ώρες το οκτάωρο τις κάνατε 4, κακοί εργαζόμενοι με βαλκάνιους εργοδότες, για αυτό έφτασε η χώρα σ’ αυτή την κατάντια, άρχισε ν’ αγορεύει ο Φάνης ενθυμούμενος τις μετρήσεις καθαρού χρόνου στο μάθημα της Οργάνωσης Παραγωγής και Διοίκησης Επιχειρήσεων που είχε διδαχθεί, πριν 40 χρόνια στο Μετσόβιο.

    Οι καφέδες έφτασαν, ο Χάρης έστριψε ένα τσιγάρο, ήπιε μια ρουφηξιά και ανάβοντας το άφιλτρο στριφτό του, έπιασε την κουβέντα με τον Νίκο. Ο Φάνης είχε αρχίσει να δολώνει περνώντας κυκλικά το δολωμένο τμήμα του παραγαδιού στο άδειο πανέρι . Μετά κάμποση ώρα, φώναξε τον Χάρη να συνεχίσει γιατί ο καφές του είχε ήδη κρυώνει, αλλά αυτός είχε πιάσει για καλά την κουβέντα με τον Νίκο, για λιμάνια, κραιπάλες με λιμανίσιες γκόμενες στην Κούβα, την Βραζιλία, τον Παναμά,…
    -Σκάσε επιστήμονα της κακιάς ώρας και δόλωνε, εγώ θα οδηγήσω το σκάφος πήγαινε –έλα κι εσύ θα ασχοληθείς με το ψάρεμα, είπε ο Χάρης.

    Το σούρουπο, πήραν τα παραγάδια, τις προμήθειες σε σάντουιτς και πόσιμο νερό, χαιρέτισαν τον Νίκο και επιβιβασθήκαν στο σκάφος. Έβαλαν μπρος την 37 ίππων ντηζελομηχανή που κατανάλωνε μίγμα βιοντήζελ από τηγανέλαια και ντήζελ από την Βουλγαρία που έμπαινε λαθραία με μικρά εμπορικά πλοία.
    -Να ανοίξουμε και τα πανιά είπε ο Φάνης.
    – Ρε βλάκα δεν αντιλαμβάνεσαι ότι επικρατεί νηνεμία;
    -Kαλά , ίσως στον γυρισμό αύριο το πρωί να φυσάει και να κάνουμε οικονομία.
    -Το σκάφος πήγαινε σιγά, η μηχανή λίγο παραπάνω από το ρελαντί.

    Η αντίσταση του σκάφους είναι ανάλογη με την τρίτη δύναμη της ταχύτητας του, σκέφτηκε ο Φάνης, οπότε αν διπλασίαζαν την ταχύτητα, η κατανάλωση θα οκταπλασιαζόταν.

    Στην διαδρομή συνάντησε βάρκες ερασιτεχνών και επαγγελματιών ψαράδων που έριχναν δίκτυα η παραγάδια, που θα τα σήκωναν με την ανατολή του ηλίου. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του, ο Χάρης, τελικά οδήγησε το σκάφος με κατεύθυνση ΝΑΑ, προς την ξέρα στο νότιο άκρο της Μακρονήσου, γιατί υπήρχε ένας κολπίσκος, οπού θα μπορούσαν να ρίξουν άγκυρα. Για λόγους οικονομίας θα κοιμόντουσαν στο σκάφος και θα μάζευαν τα παραγάδια μόλις ξύπναγαν.

    Έριξαν την σημαδούρα και στην συνεχεία άρχισαν να απλώνουν τα παραγάδια στο σκοτεινό νερό που φώτιζε αμυδρά μια γκρίζα ημισέληνος

    -Με τέτοιο δόλωμα, θα πιάσουμε πρώτο ψάρι, είπε ο Φάνης
    -Ναι το δόλωμα βρωμάει χαβιάρι , καπνιστό σολομό και είναι ποτισμένο με την ακριβότερη γαλλική σαμπάνια, είπε ο Χάρης.
    -Σκάσε ηλίθιε θα μας ακούσουν.
    -Ποιος να βρίσκεται κοντά μας, 5 ναυτικά μιλιά ΝΑ του λιμανιού του Λαυρίου;
    -Ποτέ δεν ξέρεις, απάντησε ο Φάνης
    Συνέχισαν σιωπηλά να απλώνουν τα παραγάδια και όταν τέλειωσαν κατευθύνθηκαν προς τον μικρό κολπίσκο.
    Πλέοντας προς τα κει, μόλις διακρίνονταν τα ερειπωμένα κτίρια του Παρθενώνα του φιλοσόφου, ακαδημαϊκού και πολιτικού Παναγιώτη Κανελλόπουλου.
    Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Νίκος Κούνδουρος συναντά τον Μπιθικώτση, τον Βέγγο,….

    Έριξαν άγκυρα κι ο Χάρης έσβησε την μηχανή. Έβγαλαν τα σάντουιτς και τις μπύρες και άρχισαν να τρώνε το βραδινό τους.
    -Τελικά, ρε χοντρέ, η κρίση σου έκανε καλό, ποσά κιλά έχεις χάσει; ρώτησε ο Χάρης.
    -Καμιά δεκαριά από την συντεταγμένη πτώχευση, τον Δεκέμβρη του 2013.
    – Αντέχεις ακόμη, έχεις να κάψεις ακόμη …αρκετό λίπος.
    -Δεν στο έλεγα, με είκοσι κιλά παραπάνω το 2012, και ετήσια κατανάλωση 4 κιλά θα αντέξω έως τον Ιανουάριο του 2017, οπότε παίρνω σύνταξη σχεδόν το 40% απ’ αυτήν που πρόβλεπα, 1000 ευρώ , μ΄ άλλα λόγια 333 σουβλάκια με διπλή πίττα .
    -Καλά το μυαλό σου είναι συνέχεια στο φαγητό.
    -Δεν βλέπεις τι γίνεται; Άνθρωποι πεθαίνουν κυριολεκτικά από την πείνα, εδώ και δυο χρόνια. Γιατί κάποιοι υπουργοί από προμήθειες και δημόσια έργα άρπαξαν μόνον την περίοδο του υψηλού δανεισμού από το 2000 έως το 2009, από 100 εκατομμύρια κατά μέσο όρο .ο καθένας, ενώ σκορπίζανε μίζες σε μεσαία στελέχη που ξεπερνούσαν το δεκαπλάσιο του μισθού τους.
    -Καλά του κάναμε, τελικά, τον κάναμε δόλωμα για να ψαρεύουμε είπε ο Χάρης.
    -Οι Έλληνες έχουν εξαιρετική ευφυΐα , δες πόσους καθηγητές έχουμε σε όλη την γη, αλλά ταυτόχρονα είμαστε παιδιά –θαύματα, ανεξαρτήτως ηλικίας, με πολύ χαμηλή συναισθηματική νοημοσύνη, ανώριμοι και πολύ εγωιστές, άρχισε ν’ αγορεύει ο Φάνης και συνέχισε.
    -Ο μαλάκας νόμισε ότι είχε πιάσει την καλή, με το ένα πόδι στον τάφο ήθελε έρωτες με την σαραντάρα και την παντρεύτηκε κιόλας. Αλλά όταν η οργάνωση τον τσάκωσε και ζήτησε τα λύτρα , τα περισσότερα από τα οποία θα πήγαιναν στον λογαριασμό για την μείωση του χρέους, στον οποίο κανένας ξεφτίλας Έλληνας εφοπλιστής, επενδυτής, μεγαλολαμόγιο δεν έβαλε δεκάρα, η γυναίκα του άλλο που δεν ήθελε.
    Είχε εραστή, αφού μια φορα την βδομάδα δεν της έφθανε, άσε που’ χε γίνει σαν δράκουλας απ’ τα γηρατειά. Και αφού του κάναμε την ένεση ευθανασίας, τον καταψύξαμε στο εργοστάσιο και στην συνέχεια κόψαμε αναίμακτα τα 74 κιλά του με την κορδέλα κατεψυγμένων σε 37 κομμάτια των δυο κιλών και αποφασίσαμε να τα ξεπαγώνουμε λίγο-λίγο και να το χρησιμοποιούμε ως δόλωμα.
    -Όχι σαν τους ηλίθιους τους Ιταλούς της mafia που θα τον τσιμέντωναν σε θεμελίωση οικοδομικού έργου η θα τον φούνταραν τσιμενταρισμένο ανοικτά στην θάλασσα, συμπλήρωσε περήφανα ο κοσμογυρισμένος Χάρης, και συνέχισε: άσε που η mafia με 60 δις. διαθέσιμα δανειοδοτεί τις ιταλικές επιχειρήσεις….
    -Μια ζωή άχρηστος ήταν, ας γίνει τουλάχιστον μετά θάνατον χρήσιμος, συμπλήρωσε ο Φάνης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s