Τα ναρκωτικά ως σύμπτωμα της κοινωνικής παθολογίας

ΠΡΟΣΟΣΧΗ:

Εξαιτίας της χθεσινής μπόρας που διέκοψε την εκδήλωση,

η συναυλία των παιδιών του 18 Άνω

θα γίνει σήμερα (Παρασκευή 25 Ιουνίου)

στις 9μμ στον πεζόδρομο της Νικολαϊδου έξω από το ΣΤΕΚΕΙ

Ένα παλιό κείμενο της Κατερίνας Μάτσα, επιστημονικής υπευθύνης της μονάδας απεξάρτησης 18 Άνω, του δημόσιου ψυχιατρικού νοσοκομείου Δαφνίου. Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα κατά των ναρκωτικών και της σχετικής εκδήλωσης του στεκιού Ελευσίνας «ΣΤΕΚΕΙ» την Πέμπτη 24 Ιουνίου. Την εισήγηση θα κάνει η Κατερίνα Μάτσα και μετά την συζήτηση θα ακολουθήσει συναυλία από την μουσική ομάδα κοινωνικής επανένταξης απεξαρτημένων του 18 Άνω.

1. ΒΙΑ, ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΘΑΝΑΤΟΣ

Το τυραννικό βίωμα της εξάρτησης ως διαρκούς ανάγκης λήψης – με οποιοδήποτε κόστος – της ουσίας συνυφαίνεται με την ρήξη αυτού του ατόμου με το περιβάλλον του, την αναζήτηση του κινδύνου, την πρόκληση του νόμου, την παράβαση του την παραβατικότητα ως στοιχείο του τρόπου ζωής του μέσα στα ναρκωτικά.

Τοξικομανία και ρήξη

Ο τοξικομανής, θέτοντας σε διαρκή αμφισβήτηση πρόσωπα, καταστάσεις, θεσμούς, βρίσκεται σε μόνιμη ρήξη με το περιβάλλον του, το στενό, της οικογένειας και το ευρύτερο, της κοινωνίας.

Στην πραγματικότητα, αυτή η ρήξη αφορά πρώτα απ’ όλα τον εαυτό του. Όπως αναλύει ο J. Bergeret «στον τοξικομανή μπορούμε να μιλάμε για μια απόπειρα ρήξης μ’ ένα μέρος περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό του ίδιου του εσωτερικού, ψυχικού του σύμπαντος(1)».

Πρόκειται για ρήξη που δεν έχει ολοκληρωθεί, παραμένοντας στο επίπεδο της ρωγμής, έστω και βαθειάς, που κάνει αφόρητο τον ψυχικό πόνο, αφού δεν επιτρέπει την ψυχική επεξεργασία του συναισθήματος.

Και είναι αυτή πρωταρχικά η κατάσταση που τροφοδοτεί με την πρώτη ευκαιρία τις συγκρούσεις με το περιβάλλον, οδηγώντας συχνά στη ρήξη μ’ αυτό, μια ρήξη όμως που κάνει ακόμα πιο συμπαγή τον πυρήνα της συναισθηματικής, πρώτα απ’ όλα, εξάρτησής του από τα γονεϊκά στηρίγματα, κυρίως τη μάνα.

Φαινομενικά ο τοξικομανής, καθώς μυείται στον κόσμο των ουσιών, κόβει όλους τους κοινωνικούς δεσμούς του.

Μπαίνοντας στο κοινωνικό περιθώριο φαίνεται να κάνει τη ρήξη του με ολόκληρη την κοινωνία και απ’ ότι την αντιπροσωπεύει. Φαίνεται να καταστρέφει ένα δίκτυο μικρότερο ή μεγαλύτερο κοινωνικών σχέσεων που είχε μέχρι τότε δημιουργήσει μέσα από τη συναλλαγή του  – ψυχική και σωματική – με τους άλλους. Υπήρξε όμως ποτέ ένα τέτοιο δίκτυο; Ή μήπως αυτό που κατέστρεφε δεν ήταν παρά το αρνητικό του, ένα αποτύπωμα της αποτυχία του να το δημιουργήσει, μια ψευδαίσθηση ενός σύμπαντος σχέσεων;

Μήπως, λοιπόν, και η περίφημη ρήξη με την κοινωνία δεν ήταν παρά μια καρικατούρα ρήξης, αφού δεν είχε ποτέ το θάρρος ν’ αντικρύσει κατάματα την πραγματικότητα και τις δυσκολίες της και γι’ αυτό επέλεγε πάντα τη «λύση» της φυγής και της παραίτησης; Μήπως η ρήξη του με τους άλλους δεν ήταν παρά η απελπισμένη του προσπάθεια να τους κρατήσει σε απόσταση, ενώ τους είχε απόλυτη ανάγκη, κυριευμένος από το αίσθημα της αδυναμίας, της ανικανότητας να επικοινωνήσει μαζί τους;

Μήπως, τελικά, αυτή η απομόνωση, κινώντας τους μηχανισμούς δημιουργίας εξιλαστήριων θυμάτων, τον μετατρέπει σε αποδιοπομπαίο τράγο ολόκληρης της κοινωνίας;

«Η εξάρτηση τον κλείνει μέσα της, τον εγκυστώνει στο βάθος του κελύφους του σαλιγκαριού» (2), τον αποξενώνει απ’ όλους, αλλοιώνοντας ριζικά τη σχέση του με το χώρο και το χρόνο, την Κοινωνία και την Ιστορία, μετατρέποντας τον σε «δραπέτη».

Είναι λοιπόν αυτή η ίδια η λειτουργία της εξάρτησης που τον θέτει «εκτός», τον οδηγεί  «αλλού».

Τι σημαίνει όμως αυτό το «αλλού»;

To σώμα ως αντικείμενο αυτοκαταστροφής

Βιώνοντας κάθε στιγμή με βαθειά οδύνη ένα τεράστιο αδιέξοδο στον προσωπικό αλλά και στον κοινωνικό του χώρο ο εξαρτημένος αναζητά μ’ όλη τη δύναμη της απελπισίας του το «αλλού», τον φανταστικό τόπο, πέραν της εξάρτησης και της ελευθερίας, τον τόπο των ναρκωμένων αισθημάτων, τον τόπο της παντοδυναμίας αυτού του ανήμπορου, ευάλωτου και ελλειμματικού εαυτού.

Αλλά πως ορίζεται αυτό το «αλλού»;

Ορίζεται με βάση την ανάγκη διαφυγής του από τον πραγματικό χώρο και χρόνο, της δραπέτευσής του απ’ την προσωπική αλλά και την κοινωνική ιστορία, που δεν απέχει.

Ορίζεται με βάση την ανάγκη διαφυγής του από τον πραγματικό χώρο και χρόνο, της δραπέτευσης του από την προοπτική αλλά και την κοινωνική ιστορία, που δεν αντέχει.

Ορίζεται με βάση την ανάγκη αληθινής επαφής με τα πράγματα, τους ανθρώπους, τον εαυτό του και ταυτόχρονα το βίωμα του αδύνατου της ικανοποίησης της. Αυτό το άτομο είναι ανίκανο να συνάψει σχέσεις ισότιμης, αληθινής επικοινωνίας με τον άλλο. Οι πρώιμες συναισθηματικές δυσκολίες, οι ρωγμές στην ψυχολογική οργάνωση έχουν δημιουργήσει την τάση προσκόλλησης του σε πρόσωπα σημαντικά για αυτό ή υποκατάστατά τους, καταδικάζοντας το, μέσα στην ανωριμότητά του, να εξαρτάται συναισθηματικά από αυτά. Μέσα στο φόβο μιας βαθιάς σχέσης που τόσο έχει ανάγκη αλλά δεν την αντέχει περιορίζεται στις επιφανειακές σχέσεις που παίρνουν τη μορφή σχέσεων κυριαρχίας πάνω στον άλλο, με έντονα τα στοιχεία της ρήξης μαζί του, στην προσπάθεια να δημιουργήσει μι απόσταση «ασφαλείας» ανάμεσά τους. Τα ναρκωτικά έρχονται να παρεμβληθούν ανάμεσα σ’ αυτόν και τον άλλο, παίρνοντας τη θέση του «απόντος αντικειμένου».

Στον τοξικομανή έχει μπλοκαριστεί η διαδικασία της κοινωνικοποίησης και γι’ αυτό η ψυχική του οργάνωση είναι ελλειμματική (3). Ανίκανος να συνάψει συναισθηματικούς δεσμούς, να τους εσωτερικεύσει και να νιώσει, μέσα σ’ αυτήν τη διαδικασία, ότι αποκτά και ο ίδιος αξία βιώνει κάθε στιγμή την ανεπάρκεια, την απαξίωση του. Έχοντας μια κακή εικόνα εαυτού, με πολύ χαμηλή αυτοεκτίμηση, μέσα σ’ ένα διαρκές αίσθημα ανικανοποίητου, κενού, αδυναμίας, ζει μέσα στην ανασφάλεια και το φόβο. Κυριευμένος από έντονα αρνητικά συναισθήματα που δεν τα αντέχει, γεμάτος ψυχικό πόνο καταφεύγει στα ναρκωτικά για να τον απαλύνει, για να μαλακώσει την ψυχική ένταση.

Αυτός ο πόνος όμως έστω κι αν αμβλύνεται όσο διαρκεί η επήρεια των ναρκωτικών παραμένει σαν μια ανοιχτή πληγή μέσα του. Και είναι αυτός που τον στρέφει συχνά στην πρόκληση του σωματικού του πόνου, ακριβώς για να αντισταθμίσει τον ψυχικό. Μέσα στην απελπισία του μετατρέπει σε αντικείμενο βίας το δικό του σώμα, χαρακώνοντας το, γεμίζοντάς το τατουάζ και αποστήματα, κατακρεουργώντας το χωρίς έλεος, όταν βυθίζει παντού τη βελόνα, πνιγμένος στο αίμα, να βρει κάποια φλέβα…..

Σ’ αυτόν λοιπόν τον άνθρωπο, τον χωρίς όρια, το σώμα του γίνεται το όριό του. Γίνεται το όριο ανάμεσα σε εσωτερικές και εξωτερικές δυνάμεις, αρένα σύγκρουσης των δυνάμεων της ζωής και του θανάτου, τόπος υπέρβασης της καθημερινής μιζέριας της εξάρτησης μέσα στην ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας που του προκαλεί η ουσία.

Η κίνηση αυτή, αυτοκαταστροφικού βασικά χαρακτήρα, ως συμπεριφορά χαρακτηρίζεται συχνά από έντονα χειριστικά ή και ψυχοπαθητικά στοιχεία. Αν όμως καταφέρει κανείς να διεισδύσει πίσω από την, συχνά αποκρουστική επιφάνεια, θα μπορέσει να διακρίνει στο βάθος την απόγνωση , που κατακερματίζει αυτή την ανθρώπινη ύπαρξη, ωθώντας την στην αγωνιώδη αναζήτηση διεξόδου από τη θανατηφόρα εσωτερική ερημιά, έστω κι αν αυτό έχει σαν τίμημα την ίδια τη ζωή.

Το ρίσκο – οι ακραίες συμπεριφορές.

« Η διαρκή έκθεση σε κίνδυνο, η διαρκής πρόκληση με στόχο την υπέρβασή του θα μπορούσε από μια άποψη, να θεωρηθεί συστατικό στοιχείο της ίδιας της τοξικομανίας». (4)

Το ρίσκο στον τοξικομανή είναι συνυφασμένο με τον ίδιο τον τρόπο ζωής του. Μπορεί να προέρχεται από μια υπερβολική δόση, από τον ιό του aids ή της ηπατίτιδας , από τα κυκλώματα που εξασφαλίζουν τη δόση, από το «νταραβέρι» και τα «κρατημένα» του περιθωρίου, από κάθε είδους «ατυχήματα» υπό την επήρεια ουσιών.

Η ίδια λοιπόν συμπεριφορά της εξάρτησής μπορεί να θεωρηθεί ως μια συμπεριφορά υψηλού κινδύνου. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτός ο κίνδυνος γίνεται μεγαλύτερος όταν το άτομο επιδίδεται και σε «επικίνδυνα» σπορ ή «επικίνδυνα» επαγγέλματα (κασκαντέρ κ.α.)

Το παράδοξο στον τοξικομανή βρίσκεται στο ότι ρισκάρει τη ζωή του για να την κερδίσει, παίζει με τον κίνδυνο για να μπορέσει να επιβιώσει. (5) Παίρνει ρίσκα, για να επιβεβαιώσει στον εαυτό του και τους άλλους ότι είναι ζωντανός. Παίρνει ρίσκα γιατί είναι ανασφαλής και χωρίς όρια. Παίρνει ρίσκα, λένε οι βιολογιστές, γιατί το stress προκαλεί έκκριση ενδορφινών και φέρνει ικανοποίηση. Παίρνει ρίσκα γιατί το ρίσκο σηματοδοτεί πάντα μια πιθανή αλλαγή, μια ανατροπή της υπάρχουσας, έστω και ασταθούς ισορροπίας, μια διακοπή συνέχειας. Και αυτό ακριβώς είναι που έχει απόλυτη ανάγκη, ενώ ταυτόχρονα τη φοβάται όσο τίποτα.

Μέσα στην ατέλειωτη επαναληπτικότητα της ρουτίνας της καθημερινής δόσης αναζητά με απελπισία, προσμονή αλλά και τρόμο, εκείνη την αλλαγή που θα σπάσει την μονοτονία αυτής της μουντής ζωής. Με αυτήν την έννοια , ρισκάρει την αλλαγή.

Το ρίσκο συνυφαίνεται πάντα με μια κατάσταση μετάβασης  και για αυτό αποτελεί στοιχείο που χαρακτηρίζει τελετουργικές διαδικασίες, από τις πρωτογενείς κοινωνίες μέχρι σήμερα.

Στην τοξικομανία όμως αυτή η μετάβαση δεν γίνεται κοινωνικά αποδεκτή και γι’ αυτό παίρνει περισσότερο το χαρακτήρα μιας παρεκκλίνουσας μετάβασης.

Αποβλέπει, πάντως, στην κατάκτηση της αυτονομίας μέσα από την ικανότητα που δίνει στον τοξικομανή να διαχειρίζεται τους κινδύνους, ακόμα κι αυτόν του θανάτου, μόνος και «μοναδικός» με την μόνη προϋπόθεση ότι ανήκει στη μεγάλη ομάδα των τοξικομανών. Η ίδια η τοξικομανία του είναι και η δοκιμασία που του επιτρέπει να ανήκει σ’ αυτήν την ομάδα. Μ’ αυτό το πνεύμα κάποιοι συγγραφείς συσχετίζουν την τοξικομανιακή συμπεριφορά με την ορδαλική, που ανάγεται σε μια σειρά δοκιμασιών – από την εποχή της Ιεράς Εξέτασης- μέσα από τις οποίες αποδεικνύονταν, αν έβγαινε ζωντανός , ότι αποτελεί ένα υπερφυσικών δυνάμεων άτομο, «εκλεκτό του Θεού».

« Η ορδαλική υπόθεση στην τοξικομανία ανάγεται στην ιδέα ότι όπως η έκσταση και η οδύνη, το ρίσκο του θανάτου έχει μια λειτουργία μέσα στην ψυχική οικονομία ορισμένων ατόμων…

Το άτομο που τείνει να βάλει τέρμα στην επαναληπτική παγίδα της σχέσης του με την ουσία προσπαθεί να τα ξεκαθαρίσει όλα σε μια και μόνη φορά. Μ’ αυτόν τον τρόπο αναζητά μέσα στην εγγύτητα του θανάτου αυτήν την εντύπωση του εξαιρετικού, του μοναδικού, «της πρώτης φοράς», λέει ο Marc Valeur (4).

Στη συμπεριφορά υψηλού κινδύνου πολλών τοξικομανών πρέπει να δούμε την ακραία μορφή που παίρνει η έτσι κι αλλιώς δύσκολη σχέση του με το σώμα του και με τον κίνδυνο, τόπο της απουσίας αληθινών σχέσεων επικοινωνίας με τους άλλους, τόπο της μοναξιάς και της απόγνωσης.

« Η διαρκής έκθεση σε κίνδυνο, λέει ο Marc Valeur , η διαρκής πρόκληση με στόχο την υπέρβαση του θα μπορούσε, από μια άποψη, να θεωρηθεί συστατικό στοιχείο της ίδιας της τοξικομανίας» (6).

Ο τοξικομανής και ο θάνατος

Είναι στ’ αλήθεια τόσο στενή όσο φαίνεται – και προβάλλεται – η σχέση του τοξικομανή με το θάνατο;

Στην Αμερική η τοξικομανία είναι η 6η αιτία θανάτου.

Στους τοξικομανείς η θνησιμότητα είναι πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό ( 2,5 : 1 στους άνδρες και 3:1 στις γυναίκες ).

Οι αυτοκτονίες που συνδέονται με ναρκωτικά και αλκοόλ φτάνουν το 35-45% του συνόλου 7. Η πιθανότητα του τοξικομανή να αυτοκτονήσει είναι 20 φορές μεγαλύτερη από  ότι στον υπόλοιπο πληθυσμό.

Το ποσοστό των θανάτων από υπερβολική δόση ( overdose) είναι επίσης πολύ υψηλό (8) ( το 55% των συνολικών θανάτων των τοξικομανών).

Θεωρείται ότι στην πλειοψηφία των τοξικομανών θα συμβούν 3 overdoses μέσα σε ένα διάστημα 10 χρόνων.(9) Σε δική μας μελέτη, που ανακοινώθηκε στο συνέδριο της ΕΨΕ στο Βόλο το 1991, βρέθηκε  ότι το 50% των τοξικομανών – που είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα του 18 άνω- είχε κάνει 1-2 overdoses . Το 64% αυτών βρισκόταν σε κατάσταση μέθης όταν την έκανε, το 18% σε κατάσταση στέρησης και το 15% σε κατάσταση αποχής. (10)

Είναι μεγάλο επίσης το ποσοστό των ατυχημάτων ( τροχαίων- ανθρωποκτονιών κ.α.) που γίνεται υπό την επήρεια αλκοόλ και ναρκωτικών.

Είναι μεγάλο και το ποσοστό της συννοσηρότητας της συνύπαρξης δηλαδή τοξικομανίας και ψυχικής διαταραχής , που επιβαρύνει την όλη κατάσταση, πολλαπλασιάζοντας τους κινδύνους, που μπορούν να αποβούν μοιραίοι.

Οι κίνδυνοι όμως μπορεί να προέρχονται και από λοιμώξεις διαφόρων τύπων, ηπατίτιδας, Aids.

Σ’ αυτά τα πλαίσια , οι τοξικομανείς μπορούν να θεωρηθούν ως ομάδα υψηλού κινδύνου.

Ο θάνατος και η θεματική του κατέχουν κεντρική θέση στη ζωή του τοξικομανή και της οικογένειάς του. Έχει βρεθεί ότι σ’ αυτές τις οικογένειες έχουν συμβεί πολλοί πρόωροι, απροσδόκητοι θάνατοι.(11)

Είναι γενικά παραδεκτό ότι οι τοξικομανείς έχουν ένα ξεκάθαρο προσανατολισμό προς το θάνατο, είναι πιο αυτοκτονικοί και έχουν πιο πρόωρα και παράξενα βιώματα θανάτου.(12)

Ποια όμως είναι πραγματικά η σχέση του τοξικομανή με το θάνατο;

Tί ψάχνει σ’ αυτό το παιχνίδι ρώσικης ρουλέτας;

‘Έχουμε αναλύσει αλλού(13) ότι σ’ αυτό το παιχνίδι ο τοξικομανής δεν αναζητά πρωταρχικά το θάνατο, αλλά την κατάργηση των ορίων ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο.

Μέσα από τις φαντασιώσεις παντοδυναμίας που του δίνει η ουσία, τις φαντασιώσεις αυτονομίας και ανεξαρτησίας από πρόσωπα και πράγματα , ο τοξικομανής προσπαθεί να καταργήσει την ένταση, την συναισθηματική του εξάρτηση, την αφόρητη οδύνη της απώλειας, το πένθος που δεν μπόρεσε  να επιτελέσει, το θρήνο που δεν μπόρεσε να κάνει.

Άλλωστε αυτό το μοιραίο παιχνίδι, από ένα σημείο και πέρα ξεφεύγει από τον έλεγχο του , αφού συνδυάζει συνήθως την ηρωίνη με τεράστιες ποσότητες ψυχοφαρμάκων…..

Παραβατικές πράξεις – παραβατικότητα

Ο αριθμός των ανηλίκων παραβατών του νόμου αυξάνεται διαρκώς, κατά γεωμετρική πρόοδο. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που δόθηκαν τον Απρίλη 1998 στη δημοσιότητα από το Ιhesi της Γαλλίας(19), ο αριθμός των παραβατών αυξήθηκε κατά 12% μεταξύ 1986 και 1993 και κατά 61,53% μεταξύ 1993 και 1996. Σε σχέση με τα ναρκωτικά η αύξηση ήταν του ύψους του 30%. Στην Ελλάδα επίσης τα αδικήματα που έχουν σχέση με τα ναρκωτικά αυξήθηκαν πολύ, από 4.272 το 1996 στις 5658 το 1997 (20).

Οι παραβατικές πράξεις που διαπράττονται μέσα σ’ ένα ορισμένο κοινωνικό – οικονομικό πλαίσιο σε στιγμές που οι τοξικομανείς, μέσα στον καταναγκασμό της εξάρτησης, παραβαίνουν το ισχύον νομικό πλαίσιο δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν απόρροια μιας παραβατικής κατάστασης, πάγιας και στατικής (delinpuance – etat), που χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο άτομο και συνυφαίνεται οργανικά με την τοξικομανία του.

Παραβατικές συμπεριφορές εκδηλώνουν, όχι μόνο οι λεγόμενες – κατά DSM III αντικοινωνικές προσωπικότητες – αλλά και οι ψυχωτικού ή νευρωτικού τύπου, όπου ο ρόλος του περιβάλλοντος είναι καθοριστικός.

Η παραβατικότητα ως κατάσταση φορτίζει υπερβολικά την αντικοινωνική τάση του ατόμου με δευτερογενή οφέλη και κοινωνικές αντιδράσεις που δυσχεραίνουν την κατανόηση του αρχικού πυρήνα και περικλέκουν το πρόβλημα. Γιατί η εκτίμηση της παραβατικότητας σχετίζεται με τη νόρμα, τη νορμαλιτέ, το ρόλο, το πλαίσιο, τις κυρίαρχες αξίες, την εποχή και τον τρόπο που αυτή μετρά την αντίδραση απέναντι σ’ αυτές. Σύμφωνα με μελέτες που αφορούν τη νεανική παραβατικότητα αυτή δεν εκφράζει τίποτε άλλο λέει ο Robert Castel, παρά την κρίση του κοινωνικού θεσμού. Με βάση τις σχετικές μελέτες του Christian Bachman υπάρχει η παραβατικότητα του αποκλεισμού και η συλλογική παραβατικότητα (21). «Στο έλλειμμα ενσωμάτωσης του νέου στην κοινωνία απαντά μια ενσωμάτωση διαμέσου αυτού του ελλείμματος» λέει ο Ch. Bachman.

Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του ο δικαστής ανηλίκων Jean – Pierre Rosencveig με αφορμή την αύξηση της παραβατικότητα των ανηλίκών μιλά για παραβατικότητα της «κοινωνικοποίησης», δηλαδή για ένταξη των νέων σε μια κουλτούρα, ένα τρόπο ζωής που βρίσκεται εκούσια στις παρυφές της κοινωνίας, έξω από τους κανόνες και τις αξίες της. Και συνεχίζοντας τόνισε: αυτό που άλλαξε στην παραβατικότητα των νέων είναι ότι σήμερα οι νέοι αυτοί, στην πλειοψηφία τους θύματα της οικογενειακής και κοινωνικής κρίσης, δεν έχουν ελπίδα. Τους την έκλεψαν» (22).

Μεγαλώνοντας μέσα σε ένα κλίμα όπου η βία στις διάφορες εκφάνσεις της είναι το κυρίαρχο στοιχείο της καθημερινής ζωής, οι νέοι αυτοί κατεβαίνουν εύκολα στους δρόμους για να κάψουν τα πάντα, ενάντια σε όλους.

Στη συμπεριφορά του ξεχειλίζει το μίσος. Αλλά κάθε μίσος έλεγε ο Σπινόζα  είναι το αποτέλεσμα μιας θλίψης. «Το μίσος απολαμβάνει τη θλίψη, βρίσκοντας μέσα στο εξωτερικό κόσμο το κίνητρο για ν’ ασκηθεί με τίμημα την καταστροφή του άλλου…».

Μέσα στη διυποκειμενικότητα υπάρχει σήμερα πολύ μίσος, κυριαρχικό μίσος (23).

Βιβλιογραφία

1. J. Bergeret « Ruptures , Violences et toxicomanies», dans « Ruptures, Adolescence, 1985, 3, 1 σ. 75-94

2. Ο. Μaurel , J-P Guyonnet « le paradigme de l’ escargot» Interventions, No 65,   Juillet 1998

3. K. Mάτσα  «Έλλειμμα κοινωνικοποίησης». Τετράδια Ψυχιατρικής Νο 57

4.  Marc Valeur «Comportements a risques et toxicomanics» Interventions, No 28, Mars 1991.

5. Pierre Dolivet «Conduites a risque et adolescence» Interventions, No 32, Dec. 1991

6. Panunzi Roger

7. Marc Valeur «Hedonisme – ascese – Ordalie» dans «la Clinique du toxicomane» Les  editions Universitaires, 1987 p. 52

7. The american enterprise. Jan – Feb 1991

8. Suide and overdose among opiate addicts – editorial, «Addiction», 1996, 91 (3) p. 321-323

9. Darke S., Ross J., Hall W. «Overdose among heroin users in Sydney, Australia. II Responses to overdose – Addiction 91, p. 413-417

10. Κ. Μάτσα – Η. Ζαχαριάδης

11. D. Stanton, (et all) «Heroin Addiction as a Family Phenomenon: A new Conceptual Model» Am J. Drug Alcohol Abuse, 5 (2) pp. 125-150 (1978)

12. Sadra Coleman, Dorenze Kaplan, Robert Dawing  «Life cycle and loss – The spiritual vacuum of heroin addiction» Family Process, Vol 25, March 1986

13.  Κ. Μάτσα «Θάνατος, θυσία, θρήνος, θέαμα. Η προβληματική του αδύνατου πένθους στον τοξικομανή» στον τόμο «Βαλκάνια και Ψυχική Υγεία» ΠΕΝΟΨΥ – Τετράδια Ψυχιατρικής», Αθήνα 1998

14. J. Bergeret «La violence et la vie»

15. Violence et alestives de la violence» Entretien avec Jean Bergeret – Nervure, Tome III No 6

16. ;;

17. National Institute on Drug Addiction, USA, «Research – monograph series – Drugs and violence: Causes, correlates and consequences, 103, 1990

18. Karen M. Abram and Linda Teplin «Drug Disorder, Mental Illness and Violence» In NIDA Research – Drugs and Violence, Causes Correlates and Consequences, 103, 1990

19. Ιnstitut des Hautes Etudes de la securite interieure. – τα στοιχεία στη «Liberation» 16-4-98

20. «Kαθημερινή» – 25-2-1998

21. Liberation 16-4-98

22. «Les boulimes du juge Rosenczveig», Le monde 22-1-99

23. Paul Laurent Assoun, Markos Zafiropoulos «La haine, la jouissance et la loi» ed. Anthropos Paris 1995.

δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Νέα Προοπτική τεύχος 244, 2001.

http://steki-elefsina.blogspot.com/2010/06/festival.html

υπεύθυνος ανάρτησης no_longer_safe

Short Link: http://wp.me/pPn6Y-1sR

Advertisements

20 σκέψεις σχετικά με το “Τα ναρκωτικά ως σύμπτωμα της κοινωνικής παθολογίας

  1. Σπάνιος άνθρωπος, ανεκτίμητος, η Κατερίνα Μάτσα. Δε θα ξεχάσω ποτέ την τρυφερότητα με τη οποία μιλούσε για τα παιδιά του «18 άνω» σε μια εκπομπή της Ετ1, ούτε τη συνέντευξή της για την Κωνσταντίνα Κούνεβα (http://tvxs.gr/node/4293)
    Όποιοι μπορείτε να πάτε να την ακούσετε!

    • 🙂
      δεν πειράζει..
      απλά θα πούμε και στο τβχσ να το «δουν το θέμα».. 😉

      ΥΓ έχω ακούσει και από άλλους (που συνήθως δεν υπερβάλουν στους χαρακτηρισμούς) πολύ όμορφα λόγια για την κυρία Μάτσα..

  2. Aπό το βιβλίο της Kατερίνας Mάτσα “Ψάξαμε Aνθρώπους και Bρήκαμε Σκιές… Tο Aίνιγμα της Tοξικομανίας”, εκδόσεις Aγρα.

    η εισαγωγή

    Mε ποιο τρόπο ασκείται η καταλυτική επίδραση του κοινωνικού πάνω στο υποκείμενο της τοξικομανιακής εμπειρίας; Πώς και πόσο δραματικά αποτυπώνονται τα χνάρια της Iστορίας πάνω στη σπαραγμένη από αντιφάσεις ψυχική πραγματικότητα των τοξικομανών; Mέσα από ποιες διαμεσοποιήσεις η Ιστορία του σύγχρονου ανθρώπου και του πολιτισμού του εκφράζεται στην προσωπική, δραματική ιστορία του τοξιξομανούς, ναρκοθετώντας χωρίς έλεος όλο το οικοδόμημα της σύγχρονης προόδου; Ό,τι αποκαλούμε πρόοδο, έλεγε ο Walter Benjamin, είναι εκείνη η τρομερή θύελλα που ωθεί ασταμάτητα προς το μέλλον, την ίδια στιγμή που τα ερείπια, συσσωρεύονται μέχρι τον ουρανό. Ανάμεσα σ’ αυτά τα ερείπια βρίσκονται και οι τοξικομανείς, άνθρωποι-σκιές, παρουσίες-απουσίες, ζωντανοί-νεκροί. Αυτοεξόριστοι από τον εαυτό τους και την Ιστορία, αντιπροσωπεύουν την ήττα, τη χρεοκοπία του κοινωνικού υποκειμένου μέσα σε όρους ιστορικής παρακμής. Γιατί, όμως, πήραν αυτό το δρόμο; Ήταν μόνο οι περιστάσεις, τα γεγονότα, τραυματικής και άλλης φύσης, που τους ώθησαν ή υπήρχε και κάτι άλλο;
    Που θα πρέπει να αναζητήσει κανείς τη λύση του αινίγματος της τοξικομανίας;
    Μήπως ο τοξικομανής δεν είναι παρά το εξιλαστήριο θύμα μιας μοιραίας τελετουργίας που συντελείται μέσα στο ιερατείο της οικογένειας για λογαριασμό ολόκληρης της κοινωνίας;
    Η εποχή μας χαρακτηρίζεται, μεταξύ των άλλων, από την κυριαρχία στον χώρο της επιστήμης του βιολογικού αναγωγισμού, που οδηγεί αναπόφευκτα στη βιολογικοποίηση κοινωνικών φαινομένων και συμπεριφορών.
    Έτσι η τοξικομανία θεωρείται από μεγάλη μερίδα επιστημόνων ως «χρονία νόσος», σαν το διαβήτη ας πούμε, που επιβάλλει και την ανάλογη, βιολογικού τύπου θεραπεία. Σ’ αυτό το πλαίσιο προωθούνται πολιτικές που δίνουν έμφαση στην αντιμετώπιση της τοξικομανίας μέσα από τη χορήγηση χημικών ουσιών, υποκαταστάτων της ηρωίνης, τύπου αγωνιστών ή ανταγωνιστών των οπιοειδών (μεθαδόνη, ναλτρεξόνη, βουπρενορφίνη κ.ά.).
    Αυτή η ιατροκεντρική αντίληψη όμως δεν αποτελεί απλώς και μόνο μια μονοδιάστατη προσέγγιση του φαινομένου της εξάρτησης, ανάγοντάς το σε ζήτημα που αφορά βασικά τη σχέση του οργανισμού με την ψυχοτρόπο ουσία. Αποτελεί κυρίως ένα θεωρητικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο διαμορφώνονται κοινωνικές αντιλήψεις και συντηρούνται κοινωνικά στερεότυπα.
    Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, όπου ο τοξικομανής αποκτά και επίσημα το status του χρονίου αρρώστου που χρειάζεται το φάρμακό του, δηλαδή το ναρκωτικό του, καλλιεργείται το πνεύμα της «ανοχής του συμπτώματος», ενώ παράλληλα διαμορφώνονται οι όροι απόρριψης του ίδιου του τοξικομανούς ως προσώπου, ισότιμου με όλους μέσα στο κοινωνικό σύνολο.
    Στην εποχή μας, τα ναρκωτικά, δηλαδή όλες οι ψυχοτρόποι ουσίες που μπορούν να γίνουν αντικείμενο τοξικομανιακής χρήσης, έρχονται να καλύψουν θεμελιακά ελλείμματα στον ψυχισμό του ανθρώπου. Παίρνουν τη θέση μιας αινιγματικής απουσίας, της απουσίας του Άλλου, της απουσίας συνάντησης με τον Άλλο, με το κοινωνικό είναι.
    Προσεγγίζουμε το ψυχικό με αφετηρία τις κοινωνικές δομές και σχέσεις, μέσα στην ιστορική τους ανάπτυξη. Η υπερβιολογικοποίηση ισοδυναμεί, σε τελευταία ανάλυση, με την υποανθρωποποίηση, αφού ο άνθρωπος δεν υπάρχει έξω από «τον κόσμο του ανθρώπου», τον κόσμο που δημιουργεί ο άνθρωπος, όπως έλεγε ο Μαρξ. Στον ψυχισμό του έρχονται να αποτυπωθούν, με τρόπο μοναδικό για τον καθένα, κοινωνικές βασικά και ιστορικές αντιφάσεις. Αυτό που συνήθως ονομάζουμε ψυχική ζωή των ανθρώπων είναι ο λαβύρινθος που η ίδια η Ιστορία σκάβει μέσα της, μέσα σε κάθε γενιά, μέσα σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, λέει ο Σάββας Μιχαήλ1. Είναι η εσωτερίκευση της διαλεκτικής του καθολικού και του ατομικού. Μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία συγκροτείται η προσωπικότητα του ατόμου, περισσότερο ή λιγότερο «ευάλωτη», με περισσότερο ή λιγότερο βαθιές ρωγμές μέσα της, και διαμορφώνεται ο ψυχισμός του. Η «ευαλωτότητα», με την ψυχολογική, τη βιολογική και την κοινωνική της παράμετρο, είναι αποτέλεσμα των όρων μέσα στους οποίους πραγματοποιείται η διαμεσοποίηση του κοινωνικού. Είναι αποτέλεσμα των διαρκώς μεταβαλλόμενων όρων του, δυνατού ή αδύνατου, διαλόγου του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Απ’ αυτή την άποψη, η λύση του αινίγματος της τοξικομανίας θα πρέπει να αναζητηθεί, κατά κύριο λόγο, στο πεδίο της κοινωνίας και του πολιτισμού.
    Η τοξικομανία, ως ακραία μορφή αλλοτρίωσης του σύγχρονου ανθρώπου, αποτυπώνει, με τον πιο δραματικό τρόπο, στο επίπεδο του μοναχικού, κατακερματισμένου, μονοδιάστατου και δυστυχισμένου ατόμου, όλη την κοινωνική παθολογία της εποχής. Αυτή η παθολογία αφορά κατά κύριο λόγο τους κοινωνικούς δεσμούς, που σπάζουν μέσα στον εκκωφαντικό θόρυβο της παγκοσμιοποίησης, και μετατρέπεται, μέσα από πολλαπλές διαμεσοποιήσεις, σε παθολογία της ταυτότητας και της ελευθερίας του ανθρώπου.
    Ως κοινωνικό φαινόμενο της όψιμης νεοτερικότητας η τοξικομανία εκφράζει την τεράστια δυσφορία του σύγχρονου ανθρώπου, υποχρεωμένου να ζει μέσα σε συνθήκες κοινωνικής και πολιτιστικής παρακμής. Η δυσφορία αυτή, που γίνεται ένας τρόπος ζωής των πιο αδύνατων κρίκων της κοινωνικής αλυσίδας, απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα, όλο και πιο νεαρής ηλικίας, είναι συνυφασμένη με την κοινωνική δυστυχία, απότοκο των τεράστιων αλλαγών που προκαλεί η σημερινή κρίση στους όρους ζωής των ανθρώπων. Η εγκατάσταση της τοξικομανίας, και μάλιστα με τη μορφή της πολυτοξικομανίας, που επικρατεί σήμερα προϋποθέτει όρους «ευαλωτότητας» του ψυχολογικού υποστρώματος, ελλειμματικότητας και αστάθειας των ψυχολογικών λειτουργιών. Αποτελεί, όπως λέει ο Cl. Olievenstein2, το προϊόν της συνάντησης μιας ουσίας με μια συγκεκριμένη ελλειμματική προσωπικότητα σε μια δεδομένη κοινωνικοπολιτιστική στιγμή. Δεν εξαντλείται στη σχέση της προσωπικότητας με την ουσία. Δεν εξαντλείται επίσης στη σχέση της ψυχοπαθολογίας με την ψυχική δομή του ατόμου που στρέφεται στις ουσίες. Το κοινωνικό και το πολιτιστικό πλαίσιο παίζει εξίσου σημαντικό ρόλο.
    Πρόκειται για ένα πολύπλοκο και πολυπαραγοντικό φαινόμενο, όχι με την έννοια απλώς και μόνο του συνδυασμού ή της αλληλεπίδρασης διαφόρων παραγόντων, αλλά με την έννοια της ενιαίας διαδικασίας, που έχει τη δική της δυναμική, αναπτύσσεται σε πολλά επίπεδα και αφορά όλες τις παραμέτρους της ανθρώπινης ύπαρξης.
    Η τοξικομανία, η εξάρτηση από ψυχοτρόπους ουσίες, ως φαινόμενο με πολλές συνιστώσες, ιδεολογικές, ιστορικές, πολιτιστικές, πολιτικές, οικονομικές, επιστημολογικές και κλινικές, δεν ταυτίζεται με την addiction, όπως δυστυχώς τείνει τελευταία να επικρατήσει στους επιστημονικούς κύκλους, ιδιαίτερα τους αγγλοσαξονικούς. Ο όρος addiction αναφέρεται σε μια κατάσταση εθισμού όχι μόνο σε ουσίες αλλά και σε τροφή, σεξ, εργασία, τζόγο και άλλα, υποδηλώνοντας, κυρίως, την εξαρτητική συμπεριφορά.
    O όρος τοξικομανία χρησιμοποιήθηκε αρχικά στα μέσα του 19ου αιώνα για να υποδηλώσει μια κατάσταση που βρισκόταν μεταξύ νόσου και παραπτώματος. H τοξικομανία συμπεριελήφθη βέβαια στη διαμορφωνόμενη τότε ψυχιατρική νοσολογία αλλά η πραγματική θέση που της επιφύλαξε η Eπιστήμη και η Kοινωνία βρισκόταν μεταξύ Ψυχιατρικής και Nομικής και αυτή τη θέση διατηρεί ουσιαστικά μέχρι σήμερα.
    Xρησιμοποιούμε λοιπόν τον όρο τοξικομανία στην ιστορική του διάσταση και στην ευρύτητα των σημασιών του, για να τονίσουμε ότι τοξικομανία και χρήση ουσιών δεν είναι έννοιες ταυτόσημες, ότι η τοξικομανία ως έννοια δεν εξαντλείται στη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών ούτε στην εξαρτητική συμπεριφορά.
    O ίδιος ο τοξικομανής, προϊόν και καθρέφτης της κοινωνίας και της εποχής, προσπαθεί, ναρκώνοντας τις αισθήσεις του, να ανακουφιστεί από τον τεράστιο ψυχικό του πόνο. Παγιδευμένος στα αδιέξοδά του προσπαθεί να δραπετεύσει απ’ την προσωπική και την κοινωνική Iστορία, που τη βιώνει σαν εφιάλτη. Aναπαράγει με τη στάση του την ισχυρή στην εποχή μας τάση της αναζήτησης φυγής από την πηγή των κοινωνικών αντιφάσεων.
    Γίνεται φορέας μιας τεράστιας απελπισίας που προσπαθεί να καλύψει πίσω απ’ την προκλητικότητα, την αδιαφορία, τον κυνισμό. Mέσα στον άγριο κόσμο των ουσιών, προσπαθεί να επιβιώσει σαν άτομο, αποκομμένος απ’ τους άλλους, χωρίς ηθικές αναστολές, χτίζοντας τον κομφορμισμό του πάνω σε μια γενικευμένη άρνηση. Mέσα σ’ αυτό τον κόσμο, όπου το μόνο σημείο αναφοράς για όλους είναι η ουσία, οι συμπεριφορές που υπαγορεύονται από τις εξαρτητικές λειτουργίες και αποβλέπουν στην ικανοποίηση της τυραννικής ανάγκης της δόσης είναι όλες πανομοιότυπες. Πίσω όμως απ’ αυτή τη θλιβερή ομοιομορφία υπάρχει η μοναδικότητα του καθενός. Δεν μπορούμε να μιλάμε για τον τοξικομανή γενικά. O καθένας αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση. O πληθυσμός των τοξικομανών διακρίνεται για την ανομοιιογένειά του. Σ’ αυτό το χώρο υπάρχει ένα τεράστιο φάσμα περιπτώσεων που πρέπει να αντιμετωπίζονται στην ιδιαιτερότητά τους. Γι’ αυτό είναι τόσο αντιεπιστημονική κάθε τάση γενίκευσης που λειτουργεί υπεραπλουστευτικά, σχηματοποιώντας. Aυτή είναι η βάση όλων των επιφυλάξεών μας απέναντι σε κάθε απόπειρα διαμόρφωσης μιας “τυπολογίας της τοξικομανίας”, όση σοβαρότητα κι αν διαθέτει, όσο πολύτιμος κι αν είναι ο διδακτικός της ρόλος.
    Πώς, όμως, μπορεί να αναδειχθεί η μοναδικότητα του προσώπου αυτών των ανθρώπων-σκιών;
    Yπάρχει ελπίδα να βγει κανείς απ’ το λαβύρινθο των ναρκωτικών και να ξανακερδίσει το χαμένο χρόνο;
    H ελπίδα μάς δόθηκε γι’ αυτούς που δεν έχουν ελπίδα, έλεγε ο Walter Benjamin. Aυτή την ελπίδα πασχίζουμε να ζωντανέψουμε, δημιουργώντας καθημερινά τους όρους για ν’ απαντήσουμε θετικά στο ερώτημα. Nαι, γίνεται καλά ο τοξικομανής, αρκεί να πάρει ο ίδιος την απόφαση και να ενταχθεί στο θεραπευτικό πρόγραμμα που του ταιριάζει και δέχεται τη φιλοσοφία του.
    H θεραπεία απεξάρτησης δεν αποβλέπει απλώς και μόνο στην ομαλοποίηση της συμπεριφοράς του. Έχει ως κύριο στόχο της να κάνει ικανό τον θεραπευόμενο, μέσα από μια διαδικασία βαθιών αλλαγών του εαυτού του και των όρων ζωής του, να διαμορφώσει ο ίδιος ένα νέο τρόπο ζωής, χωρίς ουσίες και φυγές, με νόημα και αξίες.
    H θεραπεία απεξάρτησης, έτσι όπως εκτίθεται σ’ αυτό το βιβλίο, ανάγεται σε μια διαδικασία ανασυγκρότησης της προσωπικότητας και ολόκληρης της ύπαρξης. Mια διαδικασία μεταμόρφωσης αυτών των ανθρώπων-σκιών σε ζωντανές, φωτεινές, δημιουργικές, μαχητικές, κοινωνικές ατομικότητες, που προσπαθούν με πολλούς τρόπους να αναδεικνύουν τη διαφορετικότητά τους κατακτώντας τη συλλογικότητα.
    Πρόκειται για μια αργή, επίπονη και δύσκολη διαδικασία ανακάλυψης –από τους ίδιους με τη βοήθεια των θεραπευτών μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο– εκείνων των δυνατοτήτων που θα τους επιτρέψουν ν’ αποκτήσουν πρόσβαση στο συμβολικό, στην κουλτούρα και την Iστορία του ανθρώπου. Eδώ ο ρόλος της Tέχνης μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο γίνεται καταλυτικός.
    Στο βιβλίο επιχειρείται να δοθεί μια απάντηση σε όλα αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα που αφορούν την τοξικομανία και έχουν συνέπειες στη ζωή χιλιάδων ανθρώπων. Eπιχειρείται επίσης η ανάλυση της θεραπευτικής διαδικασίας απεξάρτησης στην επιστημονική της διάσταση, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και τις άλλες, εξίσου σημαντικές, διαστάσεις της, την ηθική, την ιδεολογική, την κοινωνική.
    Eπιχειρείται επιπλέον μια διαλεκτική προσέγγιση των μεγάλων ζητημάτων που αφορούν τη βία, το ρίσκο, την παραβατικότητα του τοξικομανούς, τον κοινωνικό έλεγχο, το νομικό καθεστώς των ναρκωτικών και τις θεωρίες που στην εποχή μας συμβάλουν στη δημιουργία πολλών μύθων.
    Mήπως τελικά ο τοξικομανής έρχεται σήμερα να παίξει το ρόλο του εξιλαστήριου θύματος της οικογένειας και ολόκληρης της κοινωνίας;
    Aκολουθώντας την πορεία του, από την παιδική του ηλικία μέχρι την εγκατάσταση της τοξικομανίας του, δίνουμε το αδρό περίγραμμα της οικογένειάς του και της δυσλειτουργίας της. Eπικεντρώσαμε την προσοχή μας στις ιδιαιτερότητες του φαινομένου της τοξικομανίας και αναλύουμε την περίτπωση της γυναίκας που στρέφεται στα ναρκωτικά και γίνεται τοξικομανής.
    Σ’ αυτή την προσπάθεια αποτυπώνεται η αγωνία και η επιστημονική αναζήτηση μιας ολόκληρης ζωής, στον τόπο του “αποκλίνοντος”, του ανείπωτου, του χωρίς όρια ψυχικού πόνου, εκεί όπου μόνο η αρχή της ελπίδας μπορεί να γίνει ο μίτος της Aριάδνης για να μη χαθείς στο λαβύρινθο της απελπισίας.
    Aποτυπώνονται επίσης, μέσα από πολλαπλές διαμεσοποιήσεις, η αντιφατική πορεία, η ένταση, η αγωνία αλλά και η δύναμη της θεραπευτικής ομάδας του 18 ANΩ. Eίναι η δύσκολη πορεία, σε χαλεπούς καιρούς, μιας μεγάλης ομάδας λειτουργών της ψυχικής υγείας, που έδωσαν και συνεχίζουν μαχόμενοι να δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, ακόμα και υπερβαίνοντάς τον κατά καιρούς, όταν συμβαίνει να απειλείται η λειτουργία του 18 ANΩ από την ίδια την κεντρική εξουσία, αλλά και από άλλες δυνάμεις που δεν ανέχονται το συντελούμενο στο 18 ANΩ άνοιγμα στον κόσμο, στην επιστήμη και την κοινωνία. Xωρίς την προσφορά αυτών των ανθρώπων που λειτουργούν με πίστη στον άνθρωπο ως αξία, δεν θα μπορούσε το 18 ANΩ να παράγει το έργο του, στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος υγείας, ένα έργο στηριγμένο στην ανθρωποκεντρική φιλοσοφία, που βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με το πνεύμα και τις πρακτικές της απρόσωπης “διαχείρισης”, της γραφειοκρατίας και της δημοσιοϋπαλληλικής ρουτίνας. Xωρίς τη Θεραπευτική Oμάδα δε θα μπορούσε το 18 ANΩ να λειτουργεί ως θεραπευτικός χώρος για όλους τους εξαρτημένους από ουσίες, χώρος παραγωγής ενός τεράστιου κλινικού έργου σε πολλά επίπεδα, με άξονα την αναζήτηση, την πρόληψη και την κοινωνική επανένταξη. Δε θα μπορούσε επίσης να λειτουργεί ως χώρος όπου τείνει να αποκτήσει την απαιτούμενη σταθερότητα και διάρκεια η συλλογική επεξεργασία και ανάπτυξη της επιστημονικής θεωρίας για τις εξαρτήσεις από ουσίες αλλά και η συλλογική παραγωγή, εκεί που δοκιμάζεται ο άνθρωπος, μιας καινούριας κουλτούρας, σε σύγκρουση με κατεστημένες αντιλήψεις και πρακτικές.
    Tο 18 ANΩ έχει την ιστορία του, την ιστορία της Mονάδας Aπεξάρτησης του Ψυχιατρικού Nοσοκομείου Aττικής, της μιας από τις δύο Mονάδες Aπεξάρτησης ολόκληρου του Eθνικού Συστήματος Yγείας – η δεύτερη βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. Στο πλαίσιο του 18 ANΩ υλοποιούνται διάφορα προγράμματα απεξάρτησης, πολλών τύπων, για ενηλίκους και εφήβους, για άτομα διπλής διάγνωσης, ειδικά για γυναίκες, για ζευγάρια, για οικογένειες εξαρτημένων ατόμων, προγράμματα εσωτερικής διαμονής (in-patient) και άλλα εξωτερικής παρακολούθησης (out-patient). Όλες οι παρεμβάσεις του 18 ANΩ στο χώρο των εξαρτήσεων από ουσίες (πρόληψη, θεραπεία, κοινωνική επανένταξη, εκπαίδευση και έρευνα) διαπνέονται από μια ανθρωποκεντρική φιλοσοφία, ανοιχτή σε νεοτερισμούς, με σεβασμό στις αρχές της επιστήμης και της ηθικής. Στο όνομα 18 ANΩ εμπεριέχεται ολόκληρη η ιστορία αυτής της Mονάδας.
    18 άνω ονομαζόταν ο άνω όροφος του περιπτέρου 18, μέσα στο Δαφνί, όπου στεγαζόταν, από τη δεκαετία του 1970, η κλινική Aλκοολικών και Tοξικομανών. Στο ισόγειο αυτού του περιπτέρου, το λεγόμενο 18 κάτω, λειτουργούσε μια ψυχιατρική κλινική, όπου νοσηλεύονταν ψυχωτικές, βασικά, γυναίκες. Mε αρχικό πυρήνα το 18 ANΩ μια ολιγομελής θεραπευτική ομάδα, στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, ήρθε σε σύγκρουση με τις κυρίαρχες μέχρι τότε αντιλήψεις για τα ναρκωτικά, υλοποιώντας ένα πρόγραμμα απεξάρτησης, πρωτοποριακό για τον ελληνικό χώρο. Tο 18 ANΩ τότε ήταν η μόνη Mονάδα Aπεξάρτησης του EΣY, δεν ήταν όμως θεσμοθετημένη ως πρόγραμμα, αφού μόνον η “Iθάκη”, και αργότερα το “KEΘEA”, αναγνωριζόταν επίσημα από τις Aρχές ως θεραπευτική δυνατότητα απεξάρτησης. Στα χρόνια που πέρασαν από τότε το έργο του 18 ANΩ επεκτάθηκε και εκτός Ψυχιατρείου, καταλαμβάνοντας στο χώρο των εξαρτήσεων την κεντρική θέση που κατέχει σήμερα, μιας μάχιμης Mονάδας, που διαμορφώνει μια διακριτή θέση και μια επαναστατική πολιτική στο επιστημονικό και το κοινωνικό πεδίο.
    Tο βιβλίο είναι γραμμένο στο πνεύμα αυτών των θέσεων και των αρχών, με τις οποίες δόθηκαν όλα αυτά τα χρόνια οι μάχες, μικρές και μεγάλες, που διαμόρφωσαν τη φυσιογνωμία του 18 ANΩ.
    Tα περιεχόμενα του βιβλίου χωρίζονται σε έξι ξεχωριστές ενότητες, που καλύπτουν τα μεγάλα ζητήματα της σύγχρονης προβληματικής για τα ναρκωτικά. Kάθε ενότητα έχει τη δική της αυτοτέλεια.

    BIBΛIOΓPAΦIKEΣ ANAΦOPEΣ
    1. Σάββας Mιχαήλ, Mορφές του Mεσσιανικού, εκδ. Άγρα, 1999.
    2. Cl. Olievenstein, Il n’ya pas des drogués heureux, éd. Laffont, 1977.

  3. para polu wraia ekdilwsi, polu endiaferon to thema, katapliktiki i kuria matsa, alla…avti i elevsina -opws exoume (?) pei- einai… …
    einai…

    (oloi kserete ti einai, alla den to lew, gia na mi me ksanamalwsoun 😉 )

      • νυχτερίς-που-έγινες-παπαγαλάκι, έχω άσχημα νέα για εσένα:
        Όχι μόνο η Ελευσίνα είναι μακρυά, αλλά σύμφωνα με την θεωρία του Big Bang, καθώς το σύμπαν διαστέλλεται, απομακρύνεται και άλλο καθημερινά…………

        Την καλημέρα μου!

        • aaa, nolong, eipes tin apagorevmeni katarameni leksi…»ma kri a»!!!!
          666! 😛

          (mallon mou ti les evgenika twra.. ok… 🙂
          de mou les, kale mou nolong, gia na exoume kalo erwtima, esena…se exei dei pote kaneis? poios eisai? pws eisai? ti kaneis? me ti…moiazeis? mporeis na mas perigrapseis ligo?!.. 😛 😀 😛 )

          • έχω τέσσερα πόδια, όλα στην αριστερή πλευρά μου, οκτώ χέρια αριστερά και ενάμιση δεξί.
            Τρεις μύτες και μια εφεδρική.
            Είμαι υδροχόος με ωροσκόπο τοξοκρόταλο.
            Βάφω τα μαλλιά μου πάντα πορτοκαλί και σηκώνω μοϊκάνα.
            Ασχολούμαι με την υαλουργία και την αγγειοπλαστική και στον ελεύθερο μου χρόνο κοιμάμαι.
            Αλλά και όταν δεν έχω ελεύθερο χρόνο πάλι κοιμάμαι.

            Ελπίζω να σε κατατόπισα λίγο.
            Πάρε και μια φωτο

            http://en.wikipedia.org/wiki/File:Taz-Looney_Tunes.svg

            (σοβαρά τώρα, για εμένα είναι απόλυτα κατανοητή η αδυναμία πρόσβασης στην Ελευσίνα για όποιον δουλεύει πρωί-βράδυ και δεν διαθέτει και δικό του μεταφορικό. συνεπώς δεν στην λέω, σε πειράζω – διότι είμαι γνωστός προβατοκάτορας – και ελπίζω να μην παρεξηγείς. εξάλλου με αυτά και με αυτά βάζουμε φωτιά στο θρεντ και τηρούμε το ενδιαφέρον ψηλά!!!)

            • katapliktiki perigrafi, evxaristoume! 🙂
              i photo mono gia kapoio logo den emfanizetai…

              xrisimotates plirofories! 🙂

              (jaaaaaaaack!!! ou ou :P)

  4. Πολύ καλό το άρθρο.

    Πιστεύω πάντως πως θάπρεπε να ξεκινήσει με το ΠΩΣ αρχίζει και πως εξελίσσεται από βιολογική άποψη η εξάρτηση (αναστολή παραγωγής ενδορφινών κλπ), γιατί αυτό παίζει σπουδαίο ρόλο και στην κοινωνιολογική προσσέγγιση του θέματος, αλλά και στο ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ.

    Πολύ σημαντικό θα ήταν, επίσης, να μας πληροφορήσει η αρθρογράφος σε τί ποσοστό ανέρχεται η απεξάρτηση στα κέντρα αυτού του είδους, γιατί είχα διαβάσει (στα συγγράμματα του Κλ. Γρίβα) ότι το ποσοστό αυτό είναι ασήμαντο έως μηδενικό. Ο Γρίβας, αν θυμάμαι καλά, είχε χαρακτηρίσει αυτά τα κέντρα ως «φερετζέ» της πολιτείας απέναντι στο θέμα.

    • Ποια κέντρα?Μην χρησιμοποιείς πληθυντικό.

      Το 18 Άνω είναι το μόνο «στεγνό» του δημοσίου.
      Τα άλλα του δημοσίου είναι με υποκατάστατα και δεν κάνουν απεξάρτηση, αλλά διαχειρίζονται την χρήση με άλλες ουσίες για να μινιμάρουν τις βλαβερές συνέπειες (αυτή τουλάχιστον είναι η αρχική φιλοσοφία τους). Άρα μην τα συγχέεις.

      Και φυσικά υπάρχουν και ιδιωτικά «στεγνά» αλλά δεν μιλάς για αυτά μάλλον.

      Τώρα τα ποσοστά του 18, είναι της τάξης του 25-35%. Προφανώς θα μπορούσε να είναι και καλύτερα αν δεν έπασχε από υποχρηματοδότηση και έλλειψη προσωπικού, όπως όλο το ΕΣΥ.

      Από την άλλη ο Γρίβας έχει μια άλλη επιστημονική-πολιτική φιλοσοφία που κλίνει υπέρ της διαχέιρησης του προβλήματος της εξάρτησης και όχι υπέρ της επίλυσης. Για αυτό και ανήκει στην LIA και παλεύει σωστά αλλά μονομερώς μόνο για την νομιμοποίηση της χρήσης ως θέσφατο.
      Λογικό να λοιδωρεί και το προγράμμα που κινείται σε άλλη λογική, αν – λέω αν γιατί δεν γνωρίζω – αναφέρεται στο 18 Άνω . Γίνε αν θες πιο συγκεκριμένος και βάλε και κάποια παραπομπή.

      Το πρώτο που ρωτάς είναι εξαιρετικά εξειδικευμένη και επιστημονικής φύσεως ερώτηση που καλύτερα να γίνει σε σχετικό περιβάλλον. Έλα και ρώτα το εκεί.

      • Ο Γρίβας, απ’ όσο θυμάμαι, δεν ξεχωρίζει τα κέντρα σε «στεγνά» ή μη και ασφαλώς μιλάω για τη φιλοσοφία του. Και βεβαίως μιλάει για την επίλυση του προβλήματος. Υποστηρίζει ούτε λίγο, ούτε πολύ πώς απεξάρτηση δεν υπάρχει (παρά μόνο σε ασήμαντο ποσοστό) για μια σειρά λόγων, που ανάγονται (και) στη βιολογική κατάσταση του εξαρτημένου ανθρώπου. Θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τη σχετική βιβλιογραφία του, στην οποία υπάρχουν σοβαρότατα στατιστικά στοιχεία.

        Μην ξεχνάς όμως ότι αυτή η (αιρετική) άποψή του {αποποινικοποίηση της χρήσης των «μαλακών» και έλεγχος με ιατρική συνταγογράφηση των ψυχοτρόπων ουσιών στους εξαρτημένους (πράγμα που αποκλείει εντελώς τους θανάτους)} ουδέποτε αποτολμήθηκε να εφαρμοσθεί, για να δούμε τα αποτελέσματά της.

        • Μα είναι άλλο το «στεγνό» και άλλα τα προγράμματα μεθαδόνης. Είναι μέρα με νύχτα.
          Απεξάρτηση γίνεται και βγάζει και αποτελέσματα για όσους χρήστες δεν είναι μακροχρόνιοι. Αυτό κάνει το 18 και όσα ιδιωτικά (κακώς είναι ιδιωτικά) είναι στεγνά.

          Διαχείρηση συνίσταται σαν αυτή που λέει ο Γρίβας και εφαρμόζεται και στον ΟΚΑΝΑ στους μακροχρόνιους χρήστες.

          Δεν θεωρώ αιρετική την άποψη του Γρίβα. Στην Ελλάδα που είναι μια καθυστερημένη επαρχιώτικη χώρα ίσως.
          Αλλά αυτά που λέει εφαρμοζονται στην Ολλανδία, έχοντας αυξήσει τους εξαρτημένους, αλλά μειώνοντας – όχι σε απόλυτα νούμερα – σε ποσοστά επί των χρηστών τον αριθμό των θανάτων.

          Επιπλέον, εκεί που εφαρμόστηκαν τα μοντέλα που περιγράφεις (Ελβετία, Ολλανδία και ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ) αντικαταστάθηκε η εξουσία της μαφίας των πρεζέμπορων με την βιο-εξουσία των γιατρών.
          Το θέμα είναι η απεξάρτηση φίλε. Και σε αυτήν δεν πιστεύει ο Γρίβας.

          Ο οποίος αναγάγοντας το κοινωνικό πρόβλημα της εξάρτησης σε βιολογικό και ιατρικοποιώντας το, επιστημονικά εντάσσεται στους ντετερμινιστές.

          Ξαναλέω και πάλι αν δεν έγινε σαφές και για να μην παρεξηγηθώ, ότι η ποινικοποίηση της χρήσης είναι ένα μεσαιωνικό μέτρο αντιμετώπισης του προβλήματος.

  5. Εξαιτίας της χθεσινής μπόρας που διέκοψε την εκδήλωση, η συναυλία των παιδιών του 18 Άνω θα γίνει σήμερα στις 9μμ στον πεζόδρομο της Νικολαϊδου έξω από το ΣΤΕΚΕΙ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s