Μια γνωριμία με τον Ισραηλινό σκηνοθέτη Εγιάλ Σιλβάν με αφορμή την προβολή του ντοκιμαντέρ του «Γιάφα, ο μηχανισμός του πορτοκαλιού» στο 14ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 2012. Το ντοκιμαντέρ αφηγείται την ιστορία του περίφημου εσπεριδοειδούς που προέρχεται από την Παλαιστίνη και που η ιστορία του ταυτίζεται με την ιστορία της περιοχής
filistina
«Οι διακρίσεις δεν είναι μόνο εναντίον των Παλαιστινίων αλλά και εναντίον των Ισραηλινών. Η Ισραηλινή κυβέρνηση πρέπει να αναγκαστεί να τερματίσει την κατοχή ή αλλιώς αυτό θα είναι το τέλος του Ισραήλ.»
Η μουσική σέ σύγκριση με τις άλλες τέχνες είναι η πιό άμεση.Σε σχέση για παράδειγμα με μια φωτογραφία που διεγείρει την κόρη του οφαλμού για να καταντήσει καθημερινή συνήθεια μετά από δεκάδες επαναλήψεις που δεν προκαλούν καμία έκπληξη ,η μουσική χτυπάει απ’ευθείας στο προσωπικό συναίσθημα,αφυπνίζει την συνείδηση μέσω ενός πολιτικού στίχου,ριζώνει και ενταφιάζεται στο πνεύμα του ακροατή σαν το αγαπημένο τραγούδι που θα τον συντροφεύει σε κάθε στιγμή της ζωής του. Είναι το χορευτικό ξεκάβλωμα σε ένα πάρτι ,ο παρηγορητικός φίλος σε μια προσωπική στιγμή μελαγχολίας ,η εγκεφαλική διέγερση που σε κάποια στιγμή θα τσακίσει τα στεγανά της κλισέ καθημερινοτητας.Όπως ακριβώς σοκάρεται κάποιος που περνάει από τον Ιούλιο Βέρν στον Θίοντορ Ντοστογιέφσκι,έτσι ακριβώς αισθάνεται κάποιος που ξεπερνάει το φράγμα της οπτικοποιημένης και εύκολης χαζοχαρουμενιάς της Δ.Βανδή φτάνοντας σε δύσβατα μουσικά μονοπάτια.Η μουσική σαν ολες τις τέχνες έγινε εμπόρευμα στις μέρες μας.και είτε θεωρείται ποιοτική είτε σκουπίδια από τους πληρωμένους κριτικούς ,αποτελεί τον δρόμο του εύκολου πλουτισμού για τον κάθε είδους ατάλαντο ονειροπαρμένο με τους γυμνασμένους κοιλιακούς γκόμενο, μέχρι τον ρυτιδιασμένο δεινόσαυρο (πρώην) επαναστάτη με τα στενά τζίνς και την ανέμελη μαλλούρα που από την αμφισβήτηση πέρασε στην χλιδάτη ζωή εξασφαλισμένη με τα εκατομμύρια των πωλήσεων και τα υπεραιωνόβια εταιρικά πνευματικά δικαιώματα.Ευτυχώς στις μέρες μας χάρη στην τεχνολογία, ο καθένας μπορεί να φτιάξει ή να κατεβάσει από το διαδίκτυο οτιδήποτε του κατέβει στο κεφάλι,ατάλαντος ή ταλαντούχος,γνώστης ή άσχετος,δεν έχει σημασία.Αρκεί η προσπάθεια και η μύηση σε κάτι που μέχρι πριν έναν αιώνα θεωρούνταν προνόμιο της αριστοκρατίας.
Ο παρακάτω μουσικός αχταρμάς είναι το αντίδοτο στον φτηνό και με το ζόρι επιβεβλημένο καρναβαλικό/ετήσιο τρόμο του τριημέρου.Το playlist ξεκινάει από την κλάψα και φτάνει μέχρι την καλή χαρά.Ένα πάρτι για τους απρόσκλητους και τους αναγουλιασμένους από τον συφερτό των κούλουμων.Αφιερωμένο με αγάπη σε αυτούς που δεν θα πετάξουν τον χαρταετό και θα ξυπνήσουν την Δευτέρα χωρίς την παρέα αυτών που τον πετάνε κάθε στιγμή της ζωής τους .Ξεκίνησε με αγαθές προθέσεις και κατέληξε στην καταστροφή.
*Μετά το άρθρο ακολουθούν 7 ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις του Ντίνου Χριστιανόπουλου (1. ΝΕΤ-Στα Άκρα / 2. TV100-Εκ Βαθέων 3. Μονόγραμμα 4. Πρωταγωνιστές & άλλες) & θέματα σχετικά με το σημαντικό του έργο.
*
“Το ότι απέρριψα το βραβείο ήταν για μένα μια πράξη ζωής. Oσοι με ξέρουν θα καταλάβουν γιατί δεν δέχτηκα το βραβείο” . Η φωνή του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου ακούγεται ήρεμη αλλά στα θερή. “Τα παιδιά της επιτροπής έκαναν καλά που με βράβευσαν αλλά δεν σκέφτηκαν να με ρωτήσουν αν το δέχομαι” λέει ο ποιητής για την άρνησή του να αποδεχτεί το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του…. ( palo.gr )
*
Ο Ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος για τις Κρατικές Λογοτεχνικές Διακρίσεις
«Δεν θέλω τα βραβεία σας»
Η λογοτεχνική «σχολή της Θεσσαλονίκης» επέστρεψε δριμύτατη: τα τρία από τα επτά Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία του υπουργείου Πολιτισμού (ανάμεσά τους και το Μεγάλο Βραβείο των Γραμμάτων) απονεμήθηκαν σε Θεσσαλονικείς συγγραφείς: στον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον Θωμά Κοροβίνη και τη Βενετία Αποστολίδου.
Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ΄ όπου και αν προέρχεται….
Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου – και κάποτε πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά – και κάποτε πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από την ζωή μας…
«Ζούμε μια περίοδο που θα την ονόμαζα μοναδική, όχι με την καλή έννοια αλλά με την αρνητική της» είχε πει πέρσι, τέτοια εποχή στο Βήμα ο Αγγελόπουλος. «Έχω αρκετά χρόνια πίσω μου και τέτοιο πράγμα δεν το έχω ξαναζήσει. Ακόμα και στην περίοδο του Εμφυλίου, στην περίοδο της δικτατορίας ή και στην Κατοχή, ακόμα και τότε τα πράγματα είχαν μια δυναμική περίεργη, μια δυναμική υπόγεια, που δούλευε. Υπήρχε μια αντίσταση, υπήρχαν συγκρούσεις με ιδεολογικό περιεχόμενο, υπήρχε η αναζήτηση ενός καλύτερου κόσμου. Όταν είχαμε χούντα, πιστεύαμε ότι κάποια στιγμή θα τελειώσει και ότι τα πράγματα θα ανοίξουν. Πιστέψαμε σε αυτό που έμοιαζε ότι πάει να πάει να γίνει και ποτέ δεν έγινε».
Ενεργός κινηματογραφιστής μέχρι και το τέλος της ζωής του, ο Ντίνος Κατσουρίδης έφυγε από τη ζωή στην ηλικία των 84 ετών, παίρνοντας μαζί του ένα από τα μεγαλύτερα κομμάτια του Ελληνικού Κινηματογράφου.
Ο Ντίνος Κατσουρίδης δεν ήταν ποτέ μόνο σκηνοθέτης, μόνο παραγωγός, μόνο συνδικαλιστής… Γενικά δεν ήταν ποτέ μόνο ένα πράγμα. Λες και το σινεμά δεν ήταν γι’ αυτόν μια σειρά από ιδιότητες και θέσεις – κλειδιά, αλλά κάτι μεγαλύτερο, κάτι πιο προσωπικό, κάτι που σίγουρα δεν θα μπορούσε να εκφραστεί μόνο με εφήμερους τίτλους και αρκετές σελίδες στη μικρή ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Το έχω αμελήσει από τις 02-10-2011 και το έχω έγνοια και τύψεις.
Από τους σημαντικότερους Έλληνες Σκηνοθέτες της “νεότερης γενιάς”, άνοιξε νέους δρόμους
και άφησε τη σφραγίδα του στον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο.
Παύλος Τάσιος, ένας «ακτινογράφος» της ελληνικής κοινωνίας
Ξεκίνησε από το μελόδραμα στα μέσα της δεκαετίας του 1960 («Φτωχολογιά», 1965 – «Παράνομοι πόθοι», 1966 – «Αντίζηλοι», 1968) και σιγά –σιγά μετεξελίχθηκε σε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς «εκπροσώπους» του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου των δυο επόμενων δεκαετιών.