Γράφει ο Παύλος
Όπως έχω ξαναπεί τα κείμενα ή τα σχόλια που υπογράφονται καθαρά από μένα, δεν δεσμεύουν την Ορμή και Θύελλα. Επιπλέον, καμία πολιτική μου τοποθέτηση δεν σχετίζεται με την Ορμή και Θύελλα που δεν είναι πολιτική κίνηση.
Τι παρακάτω κείμενο αναφέρεται στην περίπτωση της επίσκεψης των χρυσαυγιτών στους απεργούς της Ελληνικής Χαλυβουργίας. Βλέπε για παράδειγμα σχετική ανάρτηση, εδώ, στους ΣΧΣ: Ανακοινώσεις για την παρέμβαση των Χρυσαυγιτών στους απεργούς της “Ελληνικής Χαλυβουργίας”
Ο μόνος λόγος, ισχυρίζομαι, που θα δικαιολογούσε το να αφεθεί η ΧΑ να απευθυνθεί στους απεργούς, είναι η επίκληση της ασυμβίβαστης ελευθερίας και της ηθικής υπεροχής της απέναντι στο φασισμό. Βέβαια ο φασισμός έχει κατακρεουργήσει εκατομμύρια ανθρώπους. Ωστόσο, το ίδιο έχει κάνει και ο σταλινισμός. Το αποφασιστικό ερώτημα είναι το κόστος για την ελευθερία στον αναγκαστικό περιορισμό των εχθρών της. Κατά τη γνώμη μου το κόστος αυτό είναι, δυνάμει, τεράστιο και δεν πρέπει να αναληφθεί. Υπάρχουν και άλλοι σημαντικοί λόγοι – κόστη, αλλά εδώ θα αναφερθώ στον ακόλουθο λόγο – κόστος:
Η οποιαδήποτε απαγόρευση απαιτεί ένα μηχανισμό που θα επιβάλλει αυτή την απαγόρευση, ακόμη και αν ο μηχανισμός αυτός θα ελέγχεται από δημοκρατικές συλλογικότητες. Και θα πει κανείς, δεν είναι φυσικό να υπάρχουν μηχανισμοί που θα προστατεύουν από εγκληματικές πράξεις, ακόμη και στην πιο ελεύθερη κοινωνία; Αυτό είναι σωστό. Αλλά το πράγμα διαφέρει όταν γίνεται ενδελεχής μελέτη και αντιμετώπιση συγκεκριμένων εγκληματικών πράξεων, σε σχέση με την προληπτική απαγόρευση ιδεών. Έτσι κι αλλιώς κάθε μηχανισμός έχει την τάση να αναπαράγεται και να διευρύνεται και όχι να απονεκρώνεται από μόνος του. Αυτό έλεγε και ο Μπακούνιν στον Μαρξ, σε σχέση με την δικτατορία του προλεταριάτου. Του έλεγε δηλαδή ότι από τη στιγμή που στήνεται ο μηχανισμός της δικτατορίας του προλεταριάτου, αυτός έχει την τάση να αυτονομείται και να καταπιέζει πλέον συλλήβδην αυτούς στο όνομα και προς όφελος των οποίων, υποτίθεται, ότι υπάρχει. Έτσι πρέπει, στην πραγματικότητα, να είναι έκπληξη όταν αναρχικοί υποστηρίζουν απαγορεύσεις. Δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι από τη στιγμή που θα υπάρξει μια κουλτούρα απαγόρευσης, αυτή σαν κάτι που ζητά να αναπαράγεται και να επεκτείνεται, πιο εύκολα ή πιο δύσκολα, θα αρχίσει να περιλαμβάνει και άλλες ιδέες. Έτσι με τρόμο θα διαπιστώσουμε ότι μετά από ένα χρονικό διάστημα που έχουμε συνηθίσει στη δίωξη καθαρά φασιστικών ιδεών, θα έρθει και η σειρά των ιδεών που είναι «αντικειμενικά» φασιστικές και μετά εκείνες που είναι «φιλικές» προς τον φασισμό κλπ. κλπ. Και ο μηχανισμός και η κουλτούρα της απαγόρευσης δεν θα είναι ευχαριστημένοι παρά μόνο αν δυνητικά περιλάβουν στο τέλος όλες τις ιδέες, ανάλογα με το ποια τάση θα επικρατεί μέσα σ’ αυτούς. Μπορεί κανείς να παραβλέψει αυτόν τον περιγραφόμενο κίνδυνο, ο οποίος έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά επανειλημμένα;
Οι παραπάνω προβληματισμοί είναι βέβαια ξένοι προς το ΚΚΕ, το οποίο έχει κακή σχέση με τη δημοκρατία και την ελευθερία. Έτσι η μοναδική νομιμοποιητική δήλωση, ότι έτσι δηλαδή η ελευθερία δείχνει την υπεροχή της απέναντι στο φασισμό δεν υπήρξε ποτέ. Μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν και βαθύτατα παιδαγωγική και μόνο αυτή είναι ουσιαστικό ανάχωμα απέναντι στο φασισμό. Γιατί ο φασισμός δεν διακρίνεται από τις αντιμεταναστευτικές απόψεις του ή τις απόψεις του υπέρ της ανωτερότητας ή κατωτερότητας φυλών και ανθρώπων, αλλά στην πραγματικότητα την ουσία του αποτελεί η κουλτούρα ολοκληρωτικής επιβολής τέτοιων απόψεων. Η απαγόρευση του κάθε αντίθετου αποτελεί μέσο γι’ αυτή την επιβολή. Δεν είναι δυνατό επομένως να χρησιμοποιούνται οι ίδιες μέθοδοι απαγόρευσης, ακόμη και αν αφορούν τον φασισμό, γιατί ακριβώς διαπαιδαγωγούν στον φασισμό. Τελικά, το μεγάλο πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι ότι επετράπη στους εκπροσώπους της ΧΑ να απευθυνθούν στους απεργούς, αλλά περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο έγινε αυτό, όπου βέβαια το είδος της δήλωσης που προτίμησε το στέλεχος του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ ήταν πολιτικά έωλο, λες και δεν ξέρουν τι σημαίνει Χρυσή Αυγή. Αλλά την ευθύνη έχουν κυρίως οι απεργοί εργάτες που μπορούσαν και όφειλαν να συζητήσουν, το ελάχιστο την δήλωση της ΧΑ Μαγνησίας. Οι απεργοί δεν είναι κακομοίρηδες εργαζόμενοι που περιμένουν την, με το αζημίωτο, ελεημοσύνη των πολιτικών χώρων, αλλά πάνω απ’ όλα πολιτικά υποκείμενα και αυτή τη περηφάνια του υποκειμένου και όχι αντικειμένου, που τους θέλει ο καπιταλισμός, θα έπρεπε να αποδεικνύουν σε κάθε περίπτωση. Και βέβαια στη συγκεκριμένη. Ποιος αλήθεια απαγόρευσε στους απεργούς να συζητήσουν επί της ουσίας με τους χρυσαυγίτες; Μόνο ο ίδιος ο κακός εαυτός τους.
Ωστόσο, στις αντιδράσεις από κει και πέρα διαφαίνεται ένα άλλο πρόβλημα. Πως θεωρούν οι αντικαπιταλιστικοί χώροι και οι χώροι της ελευθερίας ότι αντιμετωπίζεται ο φασισμός; Μερικές φορές νομίζει κανείς ότι θεωρούν πως η αντιμετώπιση του φασισμού είναι θέμα στρατιωτικής αντιμετώπισης και θέμα μέτρων απαγόρευσης. Με την ίδια αυτή τους όμως κίνηση δείχνουν και μια περιφρόνηση απέναντι στον “λαό”, ο οποίος έρμαιο, υποτίθεται, από τη προπαγάνδα της καθεστηκυίας τάξης, γίνεται εύκολο θύμα της και στρέφεται στον φασισμό. Και αυτοί, η πρωτοπορία του λαού αναλαμβάνει να τον “προστατεύσει”. Γι’ αυτό περισσεύουν οι ηρωικές δηλώσεις ενάντια στον φασισμό.
Εδώ θα ισχυρισθώ το εξής: Ένας σημαντικός λόγος, λόγος τακτικός ως προς την μη απαγόρευση του φασισμού είναι και ο ακόλουθος: Η άνοδος του φασισμού, κατά τη γνώμη μου, δεν δείχνει την επιτυχία της οποιασδήποτε προπαγάνδας της άρχουσας τάξης ή της καθυστερημένης νοημοσύνης των λαϊκών στρωμάτων, αλλά κυρίως τις λανθασμένες στρατηγικές των αντιπάλων του. Στη προναζιστική Γερμανία, για παράδειγμα, οι κομμουνιστές συγκρούονταν σε συστηματική βάση στους δρόμους με τους ναζί. Η τελική επιτυχία όμως των ναζί δεν οφειλόταν στην στρατιωτική επικράτηση τους στους δρόμους, αλλά στην πολιτική τους επικράτηση. Επομένως, ισχυρίζομαι, ότι η άνοδος των φασιστών πρέπει να λειτουργεί σαν ένα είδος θερμοστάτη που να δείχνει και την πετυχημένη ή όχι στρατηγική των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων. Για να μην θεωρητικολογώ, στην ελληνική περίπτωση, η άνοδος των φασιστών οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην ανεπιτυχή ή απλώς ελλιπή στρατηγική μεγάλων μερίδων των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων και κατεξοχήν του αναρχικού χώρου στο ζήτημα της μετανάστευσης. Όμως αντί να αναρωτηθούν όλοι μήπως και σε τι μπορεί να φταίνε για την άνοδο των φασιστών, καταφεύγουν σε εύκολες και ηρωικές καταγγελίες. Το ζήτημα της ΧΑ γίνεται έτσι και γενικότερα ευκαιρία να σηκωθούν οι αγωνιστικοί τόνοι και να κρυφτούν γενικότερα πολιτικά αδιέξοδα. Γιατί πέρα από το ζήτημα της μετανάστευσης, η ανυπαρξία πολιτικής στρατηγικής στους χώρους πέρα από ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ είναι απλώς δραματική.


