
Χρειάζομαι ένα τηλεφώνημα,φώναξε η κόρη.Δεν αντέχω να μη χτυπάει το τηλέφωνο,να θεωρούμαι ασήμαντη.Θέλω τώρα ένα τηλεφώνημα.
Δε χωράνε άλλοι.Φώναξαν με σθένος οι φασίστες οπαδοί,σε μια ακόμα συγκέντρωση που δε γέμιζε ούτε τηλεφωνικό θάλαμο.
Για πόσο καιρό ακόμα θα κρύβομαι από τον κόσμο σαν να είμαι ένα τέρας.Δεν αντέχω η κοινωνία να με θεωρεί σκουπίδι,πεταμένο και άχρηστο, φώναξε ο καταπιεσμένος ομοφυλόφιλος.
Το μνημόνιο είναι ευτυχία,φώναξαν οι νεοφιλελεύθεροι οπαδοί της Ξαφά και των τραπεζών.
Μα δε γίνεται αλλιώς φώναξε η εκκλησία.Έχετε πίστη στη μετα θάνατον ζωή,όλα εκεί θα εξαγνιστούν.Οι φτωχοί θα δικαιωθούν,οι τυφλοί θα δουν το φως.
Όχι ,φώναξε ο οπαδός και οικοπεδούχος αναγνώστης της Lifo.Eγώ θα παρτάρω μέχρι τελικής πτώσης στις πίστες του Λονδίνου.
Eγώ θέλω αξιοκρατία.Φώναξε ο υπαλληλίσκος του αφεντικού,με το γραφείο πρώτη μούρη στη τζαμαρία.Μιά bmw μου φτάνει και περισσεύει.Είμαι άξιος εγώ ξαναφώναξε,δεν είμαι τεμπέλης.
Δεν αντέχω άλλη καταπίεση.Βαρέθηκα να ακολουθάω κατασκευασμένα πρότυπα.Δεν μπορώ το ψέμα ,φώναξε ο επαναστατημένος γιός.
Τι θα κάνω.Για πόσο καιρό θα υποκρίνομαι παριστάνοντας το αρσενικό ,φτιαχτό ,καλουπωμένο,πρότυπο σωστού οικογενειάρχη που δεν είμαι γαμώτο ,φώναξε ο καταπιεσμένος οικογενειάρχης.
Εγώ είμαι ξεχωριστός κομμουνιστής.Φτάνει και περισσεύει αυτό,φώναξε ο κομμουνιστής.
Εγώ θέλω να περνάω καλά ,φώναξε ο αγανακτισμένος απολίτικ.
Οι υπόλοιποι τι φωνάξαμε;

